ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΠΕΙΡΑΪΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - 1930 - (ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ)

"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Ο Γερμανός στρατιώτης της γέφυρας της οδού "Πλαταιών"

Παρέλαση νίκης την ημέρα της απελευθέρωσης του Πειραιά στην οδό Καραΐσκου, έξω από το κτήριο της Επαγγελματικής Σχολής στο ύψος της Πλατείας Κοραή


του Στέφανου Μίλεση


Η οικογένεια Νομικού έγραψε τη δική της ιστορία στον Πειραιά κατά την περίοδο του πολέμου και της κατοχής που ακολούθησε. Εκατοντάδες τέτοιες ιστορίες είναι που συνέθεσαν το μωσαϊκό της ιστορίας της πόλης μας. Ιστορίες θλιμμένες, παράξενες που αφήνουν μια πικρή γεύση στο στόμα. Ιστορίες της μοίρας που παίζει παράξενα παιχνίδια όταν συναντά πεδίο ελεύθερο. Και ο πόλεμος είναι το φυσικό ελεύθερο πεδίο της "ειμαρμένης".   

Ο Γεώργιος Νομικός και η γυναίκα του η Παρασκευή που οι γείτονες έμειναν να τη φωνάζουν Παρασκευούλα, είχαν δημιουργήσει στη συνοικία Λεύκα, μια πραγματικά πολυμελής οικογένεια. Στο δίπατο σπίτι τους έμεναν τα παιδιά τους αλλά  και οι γονείς τους. 

Τις ήρεμες στιγμές της οικογενειακής καθημερινότητας ήρθαν να ταράξουν οι μέρες του πολέμου και της μεγάλης ταραχής. Ο γιος τους ο Δημήτρης, επιστρατεύτηκε αμέσως και στάλθηκε στο Αλβανικό μέτωπο, επανδρώνοντας το Σώμα των Μεταφορών, παρότι από το 1929 ήταν ναυτικός και είχε ήδη μπαρκάρει με εμπορικά πλοία.

Ναυτικό Φυλλάδιο Δημητρίου Νομικού που εκδόθηκε στον Πειραιά στις 30 Μαΐου 1929


Η μονάδα του Δημήτρη Νομικού, ανεχώρησε σχεδόν δύο μέρες μετά τη κήρυξη του πολέμου για το μέτωπο. Αυτή η διήμερη καθυστέρηση είχε να κάνει με τις επιστρατεύσεις φορτηγών και άλλων οχημάτων, τα οποία το Κράτος έπαιρνε από τους ιδιώτες δίνοντάς τους μια πρόχειρη έγγραφη βεβαίωση. Στη συνέχεια πάνω σε αυτά τα φορτηγά, τα επιστρατευμένα, ανέβαιναν άνδρες του Σώματος των Μεταφορών για να τα οδηγήσουν πρώτα στη μονάδα και ύστερα στο μέτωπο. Καθώς το φορτηγό που θα αναλάμβανε ο Δημήτρης Νομικός βρισκόταν κοντά στην Πλατεία Ιπποδαμείας, ο πατέρας του έτρεξε και τον έβγαλε μια τελευταία φωτογραφία πριν αναχωρήσει για το μέτωπο.  


Ο Δημήτρης Νομικός αν και Πειραιώτης ναυτικός, δεν άργησε να προσαρμοστεί γρήγορα στις συνθήκες του ορεινού πολέμου της Αλβανίας. Επρόκειτο για δύσκολη σωματική εργασία, καθώς τα φορτηγά κολλούσαν διαρκώς σε στρώματα λάσπης των χωμάτινων δρόμων που χρησιμοποιούσαν. Τις περισσότερες φορές δεν ήταν καν δρόμοι αλλά απλά μονοπάτια. Έπρεπε λοιπόν να κατεβαίνουν κάθε τόσο από τα φορτηγά τους και να βρίσκουν τρόπο να τα ξεκολλούν τοποθετώντας εμπόδια στους τροχούς τους, ώστε αυτοί να σκαλώνουν πάνω τους και να μη γυρίζουν ανεξέλεγκτα μέσα στη λάσπη. Άλλοτε πάλι όταν δεν έβρισκαν τίποτα, τοποθετούσαν την ίδια τους την κουβέρτα ή την χλαίνη τους κάτω από τις ρόδες. 

Ο Δημήτρης Νομικός επέζησε όλων των κακουχιών του μετώπου και όταν το μέτωπο έπεσε, αυτός όπως και χιλιάδες άλλοι επέστρεψε με τα πόδια στις πόλεις από όπου είχε ξεκινήσει ο καθένας. Το φορτηγό που οδηγούσε είχε καταστραφεί από τον έκτο μήνα του πολέμου και μέχρι το τέλος του εκτελούσε χρέη ημιονηγού δηλαδή είχε χρεωθεί ένα μουλάρι με το οποίο μετέφερε κασόνια με εφόδια στην πρώτη γραμμή. 

Όταν έφτασε πίσω στο σπίτι του στη Λεύκα του Πειραιά, βρήκε την οικογένειά του σώα παρά τους βομβαρδισμούς που είχαν προηγηθεί, για τους οποίους είχε ακούσει πολλά, όταν ήταν στο μέτωπο και είχε ανησυχήσει ιδιαιτέρως. Η ήττα της Ελλάδας τον είχε πικράνει πολύ. Έβγαλε τη στολή του και την κρέμασε με ιδιαίτερες τιμές στη ντουλάπα του δωματίου του. Κάποτε όταν ο καιρός θα άλλαζε, θα έβρισκε τρόπο να τη φορέσει ξανά, όχι ηττημένος και πικραμένος, αλλά νικητής και περήφανος. Λίγο καιρό αργότερα ο Δημήτρης έφυγε από το σπίτι της Λεύκας. Καθώς είχε βρει εργασία μακριά από τον Πειραιά, είχε πάρει τα λιγοστά του υπάρχοντα, μεταξύ των οποίων και τη στολή του μετώπου της Αλβανίας, και ζούσε κοντά στο σημείο που δούλευε. Επισκεπτόταν κατά καιρούς την οικογένεια με τον "Ηλεκτρικό" σιδηρόδρομο. 

Όταν ο καιρός θα άλλαζε,  ο Δημήτρης Νομικός θα έβρισκε τρόπο να φορέσει ξανά τη στολή του μετώπου και να βγει στους δρόμους του Πειραιά, όχι ηττημένος και πικραμένος, αλλά νικητής και περήφανος.


Ακολούθησαν τα ζοφερά χρόνια της κατοχής που η οικογένεια δυσκολεύτηκε πολύ, γιατί καθώς ήταν πολυμελής η εύρεση τροφής δεν ήταν εύκολη υπόθεση. 

Ήταν συχνό φαινόμενο τότε οι σειρήνες να ηχούν άσκοπα, ακόμα και όταν μόνο ένα αεροπλάνο περνούσε πάνω από την Ελευσίνα. Άλλοτε πάλι ενώ οι σειρήνες ηχούσαν για να σημάνουν τη λήξη κάποιου συναγερμού, μετά από κάποια λεπτά ηχούσαν εκ νέου για να σημάνουν την έναρξη ενός καινούργιου. Και αυτό το αδιάκοπο πήγαινε - έλα σταματούσε κάθε δραστηριότητα, είτε εργασία, είτε ανάπαυση. Οι άνθρωποι από την έλλειψη τροφής και ύπνου είχαν εξασθενίσει, οι μήνες και τα χρόνια της διαρκούς έντασης περνούσαν, δυσκολεύονταν  πια να τρέξουν αν δεν υπήρχε ανάγκη να το κάνουν. Η εξοικονόμηση θερμίδων ήταν μια σοβαρή υπόθεση. Έτσι δεν έτρεχαν κάθε φορά που οι σειρήνες ηχούσαν αλλά μόλις έπεφταν οι πρώτες βόμβες στο λιμάνι. Σήμερα αυτά μας φαίνονται αδιανόητα, αλλά η κούραση που επιφέρει ο πόλεμος ύστερα από τέσσερα χρόνια αδιάκοπης πάλης επιβίωσης μετατρέπει τον άνθρωπο και τις αντιδράσεις του.

Κόντευε μεσημέρι, η ώρα του φαγητού πλησίαζε για την οικογένεια που εκείνη τη φορά είχαν εξασφαλίσει επιτέλους μετά από πολύ καιρό κάποιο γεύμα. Λαχανίδες για βράσιμο, τόσες ώστε σε κάθε μέλος της οικογένειας να αντιστοιχεί μια σχεδόν κανονική μερίδα φαγητού. Ο πατέρας της οικογένειας ο Γιώργης είχε στείλει νωρίτερα παραγγελιά με κάποιο φίλο στην οικογένεια να βάζουν το νερό να βράζει. Κατάφερε να δώσει κάποια από τα προικιά της Παρασκευούλας με αντάλλαγμα φαγώσιμα. 

Από τη στιγμή της παραγγελιάς, όλη η οικογένεια περίμενε τον πατέρα με αγωνία να επιστρέψει πίσω. Ακόμα και το νερό ήταν έτοιμο, βρασμένο με την κατσαρόλα να αχνίζει πάνω στη φωτιά. Με το που εμφανίστηκε ο Γιώργης κρατώντας στα χέρια του το σάκο με τις λαχταριστές λαχανίδες, άρχισαν οι σειρήνες να ηχούν, δυνατά, εκνευριστικά. Κανείς δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Από το πρωί περίμεναν αυτή την ευλογημένη ώρα, του πολύτιμου φαγητού. Πεινούσαν! Αχ πώς πεινούσαν. 

Η βόμβα έπεσε ακριβώς πάνω στο σπίτι της οικογένειας Νομικού στη Λεύκα του Πειραιά. Όλη η οικογένεια ξεκληρίστηκε, στο σύνολο οκτώ άτομα. Και αφού η σκόνη καταλάγιασε το μόνο που έμενε όρθιο να στέκεται μέσα στα χαλάσματα, ήταν η κατσαρόλα που συνέχιζε να στέκεται όρθια πάνω στην εστία της κουζίνας. Το νερό βρασμένο κι έτοιμο από νωρίς, περίμενε τον Γιώργο με τις λαχανίδες. 

Σήμερα αν επισκεφθεί κάποιος το μνημείο για τους νεκρούς του "Συμμαχικού" βομβαρδισμού της 11ης Ιανουαρίου του 1944, θα δει ανάμεσα στα ονόματα που έχουν χαραχθεί και εκείνο που αναγράφει "Νομικού Γεωργίου Οικ.". Αυτό το "Οικ."  που δεν αναγράφεται δίπλα στα άλλα ονόματα, αλλά μόνο στο όνομα του Νομικού Γεωργίου, περιλαμβάνει τη σύζυγο Παρασκευούλα δύο γέροντες και τέσσερα παιδιά. Οκτώ στο σύνολο ψυχές.

Αυτό το "Οικ."  που δεν αναγράφεται δίπλα στα άλλα ονόματα, αλλά μόνο στο όνομα του Νομικού Γεωργίου περιλαμβάνει τη σύζυγο Παρασκευούλα δύο γέροντες και τέσσερα παιδιά. Οκτώ στο σύνολο ψυχές.

Ο μόνος που σώθηκε ήταν ο μαχητής της Αλβανίας, ο Δημήτρης Νομικός. Όταν έμαθε το χαμό της οικογένειας παράτησε τη δουλειά και επέστρεψε στον Πειραιά. Δεν τον ενδιέφερε πια η επιβίωσή του. Έμενε κοντά στην Πλατεία Ιπποδαμείας. Μισούσε αχ πως μισούσε τους Γερμανούς. Άκουγε κρυφά στο ραδιόφωνο ότι ο πόλεμος πλησίαζε στο τέρμα του. Οι Γερμανοί έχαναν σε όλα τα μέτωπα. Περίμενε την ώρα της απελευθέρωσης της χώρας, την ώρα που θα λάμβανε το μαντάτο της αποχώρησης των Ούννων, την ώρα που οι ντόπιοι συνεργάτες τους θα εξαφανίζονταν από προσώπου γης. Μήπως η ώρα που περίμενε έφτασε;

"Δημήτρη έβγα έξω! Δημήτρη έβγα έξω, οι Γερμανοί φεύγουν, οι Γερμανοί φεύγουν" φώναζε ο Κωστάκης, ένα δωδεκάχρονο γειτονόπουλο. 

Ο Δημήτρης ανοίγει γρήγορα την ντουλάπα και φοράει τη στολή του μετώπου, τη στολή των νικηφόρων μαχών της Αλβανίας. Έφτασε η ώρα που τόσα χρόνια περίμενε. Βγήκε έξω από το σπίτι του με κατεύθυνση τη διπλανή Πλατεία Ιπποδαμείας. Θα έβγαιναν κι άλλοι γείτονες να πανηγυρίσουν ήταν απλά θέμα χρόνου. Φτάνει στην Πλατεία Ιπποδαμείας αλλά δεν συναντάει κανένα άλλο, είναι μόνος του φορώντας τη στολή του. 

Ο Γερμανός στρατιώτης που φύλαγε σκοπιά πάνω στη μικρή γέφυρα που ενώνει την οδό Αλιπέδου με την Ομηρίδου Σκυλίτση, είδε κάποιον να εμφανίζεται λίγα μέτρα πιο κάτω στην πλατεία, να τρέχει φορώντας στρατιωτική στολή. Η γέφυρα που στεκόταν ήταν χαρακτηρισμένη με την ονομασία "Πλαταιών" καθώς αποτελούσε φυσική προέκταση της οδού με το ίδιο όνομα. Σε όλη την διάρκεια της κατοχής του Πειραιά, η διοίκηση είχε ορίσει το συγκεκριμένο σημείο να είναι φυλασσόμενο, όπως και πολλά άλλα σημεία της γραμμής του "ηλεκτρικού". Οι δολιοφθορές στα αφύλακτα ήταν συχνές. Σήμερα και αυτός όπως και οι υπόλοιποι της μονάδας του θα έφευγαν από τον Πειραιά για πάντα. Όμως ακόμα ήταν εκεί, πάνω στη γέφυρα. Σήκωσε το τουφέκι του και πυροβόλησε. Ο Δημήτρης Νομικός έπεφτε νεκρός στις 12 Οκτωβρίου τους 1944 στις οκτώ η ώρα το πρωί.

Η ιστορία της πόλης κατέγραψε στα ψιλά γράμματα με τα οποία συνήθως γράφονται οι υποσημειώσεις, ότι κατά την αποχώρηση των Γερμανών ο σκοπός της Γέφυρας της Πλαταιών δεν έφυγε μαζί με τους υπόλοιπους αλλά παρέμεινε στη θέση του πυροβολώντας εκείνους που σιγά σιγά ξεπρόβαλαν στους δρόμους για να πανηγυρίσουν. 

    

Η γέφυρα της "Πλαταιών" μένει σήμερα ίδια, όπως και επί κατοχής, με μόνη διαφορά τα προστατευτικά κάγκελα που τοποθέτησαν στις δύο πλευρές της.

Η Αγία Τριάδα και το ζήτημα της εαρινής ανατολής.


Του Στέφανου Μίλεση

Από το 1839 που θεμελιώθηκε η πρώτη εκκλησία της Αγίας Τριάδας μέχρι σήμερα, όχι μόνο η ίδια η εκκλησία άλλαξε και δεν είναι η ίδια με την αρχική, αλλά και το τοπίο της πόλης επίσης μεταβλήθηκε δραματικά πέριξ του ναού, και ουδεμία σχέση έχει με το αρχικό.  Ένα κτήριο όταν κατασκευάζεται είναι λογικό να υποτάσσεται στις έκτακτες και προσωρινές ανάγκες του πληθυσμού ή στην πολεοδομική ανάπτυξη της πόλης. Όμως μετά την πάροδο κάποιων ετών το ίδιο κτήριο συμβαίνει να εμφανίζει τελείως διαφορετική όψη καθώς ο περιβάλλων χώρος του είναι διαφορετικός. Κάτι τέτοιο συνέβη και στην περίπτωση της πρώτης εκκλησίας της Αγίας Τριάδας.


Το οικόπεδο της ανοικοδόμησης της Αγίας Τριάδας αποτελούσε ιδιοκτησία κάποτε της Μονής του Αγίου Σπυρίδωνα όπως συνέβη και με πολλές άλλες εκτάσεις στον Πειραιά. Έχουμε επαναλάβει ότι μεγάλο μέρος της πόλης ανοικοδομήθηκε πάνω σε απαλλοτριωμένες εκτάσεις της παλιάς μονής. Τα θεμέλια της πρώτης εκκλησίας της Αγίας Τριάδας έθεσε ο Κυριάκος Σερφιώτης (1835 – 1841), χωρίς όμως να προλάβει να ολοκληρώσει την κατασκευή της. Η έκταση που επιλέχθηκε από τον Σερφιώτη, ήταν τότε μια και ενιαία με τον Τινάνειο Κήπο, που βέβαια δεν είχε λάβει αυτό το όνομα ακόμα. 

Επρόκειτο για ένα χώρο πρασίνου, που ξεκινούσε από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα και τελείωνε ακριβώς εκεί που οικοδομήθηκε η Αγία Τριάδα. Δηλαδή ο χώρος μεταξύ των δύο εκκλησιών ήταν πλήρης πρασίνου αλλά οι δενδροστοιχίες που υπήρχαν ήταν ατάκτως τοποθετημένες και δεν υπήρχε καμία φροντίδα ώστε να θυμίζει σε κάτι πάρκο ή δημόσιο κήπο. Άγριοι θάμνοι ξεφύτρωναν ανάμεσα σε ψηλά δένδρα και το άλσος ήταν σχεδόν αδιάβατο. Επρόκειτο μια έκταση που όπως γράφει ο Μιχαήλ Επιφάνης ήταν γεμάτη από «υψίκορμα πεύκα, από ξυλοκερατέας, αγριοκαστανέας και άλλα τεράστια δένδρα, τα οποία ασφαλώς προϋπήρχον της Επαναστάσεως».


Η κατασκευή του ναού της Αγίας Τριάδας ολοκληρώθηκε επί Δημαρχίας Πέτρου Σ. Ομηρίδου το 1844. Ήδη από το 1842 περιφράχθηκε με ξύλινο φράχτη όλη η έκταση που καταλάμβανε η εκκλησία της Αγίας Τριάδας και κάποια μικρά κτίσματα ας πούμε βοηθητικοί χώροι που υποστήριζαν τη λειτουργία της. Εκεί που τελείωνε ο φράχτης και μπροστά από αυτόν δέσποζε η Πλατεία Θεμιστοκλέους με την προτομή του Θεμιστοκλή και μια μαρμάρινη κρήνη από την οποία έτρεχε νερό που προμηθευόταν ο κόσμος, καθώς οι δημόσιες κρήνες επιτελούσαν τότε αυτό τον σκοπό και δεν είχαν απλά διακοσμητικό χαρακτήρα. Μέσα στον φράχτη της Αγίας Τριάδας υπήρχε φυσικά η πρώτη εκκλησία που ως προς το σχήμα της δεν ήταν βυζαντινού ρυθμού αλλά και δεν είχε κανένα απολύτως κωδωνοστάσιο. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι ο πρώτος Δήμαρχος ο Σερφιώτης πιεζόμενος να ορθώσει μια πόλη εκ του μηδενός κινήθηκε με γνώμονα τα έργα να γίνονται ώστε να εξυπηρετήσουν μια ανάγκη και τίποτε περισσότερο. 

Η Αγία Τριάδα μετά την παρέμβαση του 1873 που διαμόρφωσε την πρόσοψη


Στο πνεύμα αυτό, όταν ανετέθη στον Ανθυπολοχαγό Νικόλαο Μισουδάκη το έργο κατασκευής μιας εκκλησίας, της Αγίας Τριάδας, για κάλυψη των θρησκευτικών αναγκών της πολίχνης του Πειραιά, εκείνος δεν προέβλεψε τη μεταγενέστερη ανάπτυξη, αλλά κοίταξε να εξυπηρετήσει μια επείγουσα κατάσταση. Η πρώτη εκκλησία είχε τρεις θύρες συνολικά. Μια που κοιτούσε προς το λιμάνι (το Ρολόι δεν υπήρχε ακόμα) μια βόρεια προς το άλσος, προς τη πλευρά δηλαδή του μεταγενέστερου Τινάνειου και τέλος μια προς την ακριβώς αντίθετη που κοιτούσε τη διασταύρωση της Μιαούλη (σημερινή Εθνικής Αντιστάσεως) με την Ομήρου (σημερινή Μακράς Στοάς και πρώην Δροσοπούλου).  

Αργότερα άρχισε να φτιάχνεται μια λιθόκτιστη βάση ύψους 2,5 μέτρων πάνω στην οποία θα τοποθετούσαν ένα ξύλινο κωδωνοστάσιο καθώς η εκκλησία της Αγίας Τριάδας όπως είπαμε στην αρχική της μορφή ότι δεν διέθετε κανένα κωδωνοστάσιο. Η κατασκευή του κωδωνοστασίου όμως ενώ ξεκίνησε δυναμικά και φιλόδοξα αμέσως μετά σχεδόν σταμάτησε.  Και όχι μόνο αυτό, αλλά και το ίδιο το Συμβούλιο του ναού που επιμελείτο την ανέγερση του Κωδωνοστασίου, εμφανίστηκε να υποβάλλει αιτήματα πραγματικά πρωτόγνωρα! 

Συγκεκριμένα το εκκλησιαστικό Συμβούλιο της Αγίας Τριάδας που το αποτελούσαν οι Τρύφων Μουτζόπουλος, Π. Πετρίδης, Γ. Ρετσίνας και Ν. Χρυσοβέργης έστειλε στις 14 Ιουλίου του 1855 ένα έγγραφο προς τον Δήμο Πειραιά με το οποίο διαμήνυε ότι δεν ήταν ανάγκη να αποπερατωθεί το κωδωνοστάσιο γιατί το Συμβούλιο είχε τη γνώμη πως και ολόκληρος ο ναός της Αγίας Τριάδας έπρεπε πλέον να κατεδαφιστεί και να ανεγερθεί άλλος, εναρμονισμένος με την πολεοδομική μορφή που είχε λάβει πλέον η πόλη. Στο έγγραφο αυτό τονιζόταν ότι «αφού ο Δήμος θα αναγκαστεί να υποστεί μια μέρα την κατεδάφιση της Αγίας Τριάδας», διερωτήθηκε «γιατί να μη γίνει αυτό την συγκεκριμένη στιγμή, και να οικοδομηθεί ένας νέος εκ νέου ναός κατά τρόπο κανονικότερο και σύμφωνα με το σχήμα της πόλης;». Τι ήταν άραγε εκείνο που άλλαξε τη γνώμη σε ολόκληρο το εκκλησιαστικό Συμβούλιο το οποίο αιτείτο πλέον την ανάγκη νέου προσανατολισμού του ναού;



Η απάντηση βρισκόταν στα οικοδομικά τετράγωνα όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί. Τα σημερινά οικοδομικά τετράγωνα έγιναν ορατά ουσιαστικά όταν επεκτάθηκε η Λεωφόρος Αθηνάς δηλαδή η σημερινή Γεωργίου Α’. Όταν η Λεωφόρος Αθηνάς το 1855 επεκτάθηκε μέχρι το λιμάνι, χώρισε σε δύο οικοδομικά τετράγωνα την περιοχή. Στο οικοδομικό τετράγωνο της Αγίας Τριάδας και βόρεια στο οικοδομικό τετράγωνο του Τινάνειου κήπου. Έτσι βρέθηκε το τετράγωνο της Αγίας Τριάδας να είναι αυτό που διατηρήθηκε μέχρι και σήμερα. Εντός αυτού του τετραγώνου όμως ο πρώτος ναός βρέθηκε να είναι στραμμένος λοξά! 

Η εκκλησία είχε κατασκευαστεί με προσανατολισμό την εαρινή ανατολή κατά την ορθόδοξη παράδοση, μη λαμβάνοντος υπόψη τον προσανατολισμό του σχεδίου πόλεως. Αυτή η μικρή παρασπονδία του προσανατολισμού σε σχέση με τους οριζόντιους και κάθετους οδούς του σχεδίου πόλεως, περνούσε απαρατήρητη και ο προσανατολισμός της δεν ενοχλούσε κανέναν, καθώς όπως είδαμε η εκκλησία περιβαλλόταν από πυκνή δενδροφύτευση και ήταν εντός μιας ενιαίας έκτασης που απλωνόταν μέχρι τον Άγιο Σπυρίδωνα. Όταν όμως η Λεωφόρος Γεωργίου «έπιασε» λιμάνι και έγινε ο τετραγωνισμός των εκτάσεων, η Αγία Τριάδα εμφανίστηκε να «κοιτά» τη γωνία του τετραγώνου. Βεβαίως μεταξύ των αιτημάτων ανέγερσης νέας εκκλησίας ήταν επίσης ο ρυθμός της που έπρεπε να γίνει πιο βυζαντινός, αλλά και το μέγεθός της που έπρεπε να μεγαλώσει. Όμως ο προσανατολισμός ήταν το κύριο αίτημα καθώς η εκκλησία βρισκόταν στη βιτρίνα το λιμανιού του Πειραιά. 

Γράφει λοιπόν το Συμβούλιο ότι «εάν η νέα εκκλησία στραφεί λίγο προς Νότο δεν απομακρύνεται της Ανατολής και κατά συνέπεια τηρεί δεν θα παραβαίνει τους εκκλησιαστικούς κανόνες. Επίσης θα πρέπει η νέα εκκλησία να παριστά εκκλησία ανατολική δηλαδή ορθόδοξη».   Η εκκλησία είπαμε κοιτούσε προς την εαρινή ανατολή. Η νέα εκκλησία που πρότεινε το Συμβούλιο, θα συγχρονιζόταν με την ρυμοτομία της πόλης εάν στρεφόταν το ιερό προς τη χειμερινή ανατολή του ηλίου. 

Είναι γνωστό ότι λέγοντας ανατολή εννοούμε το σημείο από το οποίο ανατέλλει καθημερινά ο ήλιος. Όμως λόγω της κλίσης του άξονα της γης, παρατηρείται το φαινόμενο ο ήλιος το καλοκαίρι να ανατέλλει από ένα σημείο, ενώ το χειμώνα ανατέλλει από άλλο. Δεδομένου λοιπόν ότι οι κανόνες της εκκλησίας δεν όριζαν προς ποια ανατολή θα ήταν ο προσανατολισμός των ναών, το Συμβούλιο πρότεινε τον προσανατολισμό της εκκλησίας προς τη χειμερινή ανατολή. Έτσι και η εκκλησία θα εναρμονιζόταν με τη ρυμοτομία αλλά και βυζαντινό ρυθμό θα αποκτούσε με το νέο της κτήριο. 

Το Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιώς απέρριψε αυτές τις αιτιάσεις λόγω έλλειψης χρημάτων. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να διορθωθεί το ένα εκ των ζητημάτων που ήταν η απουσία βυζαντινού ρυθμού. Στις 12 Οκτωβρίου του 1873 όταν έγινε εκ βάθρων ανακαίνιση, η εκκλησία απέκτησε πρόσοψη βυζαντινού ρυθμού με ένα κωδωνοστάσιο στην κορυφή της. Ο ρυθμός αυτός κόστισε 60 χιλιάδες δραχμές, χρήματα που εκταμιεύτηκαν από τον ίδιο το ναό. Τα υπόλοιπα δυστυχώς δεν επιλύθηκαν, αλλά έπαψαν να απασχολούν πλέον τους πιστούς, όταν την αποφράδα 11η Ιανουαρίου του 1944 η εκκλησία βομβαρδίστηκε και καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς. Και κατά ένα παράξενο τρόπο το μόνο που διεσώθη της καταστροφής ήταν η ανακαινισμένη πρόσοψη του 1873 η οποία είχε τροποποιηθεί ξανά το 1936 όταν είχε προστεθεί ένα ακόμη κωδωνοστάσιο.   



Τα περίπτερα της Αγίας Τριάδας. Φωτογράφιση κατ΄ εντολή του Δημάρχου Μ. Μανούσκου το 1939. Θεωρήθηκαν περίπτερα πολυτελείας  και πρωτοποριακά μοντέρνα σε Αθήνα και Πειραιά.