ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΠΕΙΡΑΪΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - 1930 - (ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ)

Πολιτισμός και πόλεμος στον Πειραιά του 1940





Του Στέφανου Μίλεση

Μετά την έντονη αναταραχή των επιστρατεύσεων και των επιτάξεων των πρώτων ημερών του πολέμου, από την 28η Οκτωβρίου και ύστερα, ο τρόπος ζωής των Πειραιωτών προσαρμόστηκε γρήγορα στις νέες συνθήκες. Όλα τα κέντρα στα οποία συγκεντρώνονταν οι φιλολογούντες αλλά και μη Πειραιώτες, έκλειναν νωρίς το απόγευμα. Ο δημοσιογράφος Γ. Μπουκουβάλας, σημειώνει πως το κέντρο που έκλεινε τελευταίο, ήταν το ζαχαροπλαστείον «Όλυμπος» δίπλα στο Δημοτικό θέατρο, επί της λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου, το οποίο παρακαλώ, έκλεινε στις έξι το απόγευμα! Μια ώρα νωρίτερα είχαν κλείσει όλα τα ζαχαροπλαστεία και καφενεία της Πλατείας Κοραή. 

Ο κανόνας της συσκότισης τηρείτο από όλα τα νόμιμα κέντρα που απευθύνονταν σε οικογενειάρχες. Και αναφέρω τις δύο αυτές προϋποθέσεις δηλαδή να είναι νόμιμα και να απευθύνονται σε οικογενειάρχες. Διότι ο Πειραιάς διέθεται μεγάλο αριθμό από υπόγεια κυρίως ταβερνεία και κουτούκια, αυτά της μαγκιάς και του ρεμπέτικου, τα οποία όμως λειτουργούσαν στο περιθώριο, ακόμη και μετά την επιβολή της συσκότισης. Ακόμα, υπήρχαν και άλλα «νόμιμα» κέντρα, τα οποία όμως δεν απευθύνονταν στους οικογενειάρχες, αλλά σε ναυτικούς ή μοναχικούς ανθρώπους που έψαχναν και «ψάχνονταν», όπως τα κέντρα της Τρούμπας. Με εξαίρεση λοιπόν αυτές τις δύο κατηγορίες, τα οικογενειακά νόμιμα κέντρα στον Πειραιά ήταν ελάχιστα! 

Είναι γνωστό, ότι ο Πειραιάς θεωρείτο πόλη της εργασίας και ουδέποτε ειδικά την προπολεμική εποχή, φημίζετο για τα κοσμικά του κέντρα. Και πριν ξεσπάσει ο πόλεμος οι άνθρωποι του μόχθου και της εργασίας που αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του πειραϊκού πληθυσμού, μετά την εργασία δε, τραβούσαν γραμμή για το σπίτι τους, όπου κατεκλίνοντο νωρίς, προκειμένου να ανακτήσουν δυνάμεις για την επόμενη ημέρα. Έτσι, σε γενικές γραμμές τα ληφθέντα μέτρα του πολέμου, δεν τους πείραξαν και ιδιαίτερα. «Ας μάθουν επιτέλους και μερικοί γλεντζέδες να κοιμούνται νωρίτερα» έλεγαν οι περισσότεροι. 

Εκείνη την εποχή, είχαν προγραμματισθεί από τον Δήμο Πειραιώς, να λάβουν χώρα ορισμένα εγκαίνια και αποκαλυπτήρια έργων που είχαν ολοκληρωθεί. Κάποια εξ αυτών πρόλαβαν τα γεγονότα, όπως τα εγκαίνια της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής στην Καλλίπολη. Τα εγκαίνιά της έγιναν στα μέσα του Οκτωβρίου του 1940 και δεκατρείς ημέρες μετά κηρύχθηκε ο πόλεμος. 

Από τα εγκαίνια του ναού της Αγίας Παρασκευής Καλλίπολης. Ο Επίσκοπος Ταλαντίου κ. Παντελεήμων με τους ιερείς του Ναού. Γύρω τους τα μέλη της Επιτροπής Ανέγερσης. Ο ναός ανεγέρθηκε στην θέση που πριν υπήρχε παράπηγμα από το 1927. Το πρώτο εκείνο παράπηγμα είχε ανεγερθεί από τον ιερέα Μιχαήλ Καρακάση.
 
Άλλα όμως έμειναν ανολοκλήρωτα, καθώς οι πολεμικές περιστάσεις ανέκοψαν τις τελετές που είχαν προγραμματιστεί, αφού απαγορεύονταν οι υπαίθριες συγκεντρώσεις. Δύο τέτοιες τελετές που αναβλήθηκαν, αφορούσαν στα αποκαλυπτήρια των προτομών του λογοτέχνη και Ακαδημαϊκού Παύλου Νιρβάνα και του ιατροφιλοσόφου Θεόδωρου Αφεντούλη.  Καθώς ήταν ιατροί και οι δύο, όταν ήταν εν ζωή, είχε ανατεθεί σε έναν άλλο ιατρό γνωστό τότε στον Πειραιά τον Γ. Σουσάνα, να εκθέσει το πολυσχιδές έργο τους κατά τη διάρκεια των τελετών. Και ενώ ο κακόμοιρος ο Σουσάνας προσπαθούσε να χωρέσει τη μεγάλη σε έκταση εργογραφία του καθενός σε λίγα χειρόγραφα, ήρθε ο πόλεμος και έμεινε χωρίς να μπορέσει να πει δύο λόγια για τους μεγάλους αυτούς πνευματικούς άνδρες. 

Τα αποκαλυπτήρια των προτομών τους έγιναν χωρίς δημόσιες συγκεντρώσεις, σχεδόν στα κρυφά τον Δεκέμβριο του 1940, λίγες ημέρες πριν τις εορτές των Χριστουγέννων. Είχε προηγηθεί ο ιταλικός βομβαρδισμός της 5ης Νοεμβρίου, με θύματα αρκετούς Πειραιώτες που ψώνιζαν την ημέρα εκείνη από τη λαϊκή της Πηγάδας (η λαϊκή γινόταν και τότε ημέρα Τρίτη, όπως και σήμερα). Και μπορεί οι Ιταλοί να μην είχαν κάνει τεράστια ζημιά στην πόλη, είχαν όμως δώσει το εύνασμα για τα αυστηρά μέτρα παθητικής αεράμυνας, που ουσιαστικά άρχισαν να εφαρμόζονται από την 5η Νοεμβρίου και μετά. 



Έτσι η προτομή του Αφεντούλη τοποθετήθηκε άνευ εξαγγελίας στα κηπάκια έναντι του Δημοτικού Θεάτρου, εκεί που αργότερα θα τοποθετηθεί ο ανδριάντας του Ελευθερίου Βενιζέλου πριν τον εκδιώξει βιαίως το τέρας του Μετρό. Ενώ η προτομή του Νιρβάνα τοποθετήθηκε επίσης αθόρυβα, έναντι του γνωστού καφενείου στο Πασαλιμάνι με την επωνυμία «Μοντέρνο», εκεί που σήμερα βρίσκεται μια άχαρη πολυκατοικία, με γνωστό σούπερ μάρκετ στο ισόγειο. Βέβαια επρόκειτο για προσωπικότητες που δεν ήταν μόνο γνωστές στους φιλολογούντες, αλλά σε όλους τους Πειραιώτες. Και οι άνθρωποι τότε εγνώριζαν και αναγνώριζαν την πνευματική προσπάθεια γι’  αυτό και τον πολιτισμό τον κατέτασσαν όμοια με τον αθλητισμό. Όταν λοιπόν ξαφνικά έβλεπαν μπροστά τους την προτομή του Νιρβάνα, αναγνώριζαν στο μαρμάρινο πρόσωπό του, έναν άνθρωπο που ανέβασε την πόλη τους λίγο ψηλότερα. Κι όταν διέρχονταν από το Πασαλιμάνι αποκαλύπτονταν για λίγο εις ένδειξη σεβασμού, προτού συνεχίσουν την πορεία τους. 

Οι προτομές των Αφεντούλη (αριστερά) και Νιρβάνα εντός των αποθηκών του Δήμου πριν τη τοποθέτησή τους

Και ευχαριστιούνταν οι Πειραιώτες για δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν ότι ο Δήμος είχε από μόνος του αναλάβει την πρωτοβουλία να αναγνωρίσει με αυτόν τον τρόπο την προσφορά τους. Ο δεύτερος, ότι λίγο πιο κάτω από την προτομή του Νιρβάνα, στην Πλατεία Φρεαττύδας είχε στηθεί η προτομή του Λάμπρου Πορφύρα. Και ήταν γνωστό σε όλους τους Φρεαττυδιώτες και Πασαλιμανιώτες, πως Νιρβάνας και Πορφύρας ήταν, όσο ζούσαν, αγαπημένοι φίλοι που τους άρεσε να αγναντεύουν τη θάλασσα. Ήταν λοιπόν ευχαριστημένοι όταν τους έβλεπαν, έστω και μαρμαρωμένους, να γειτνιάζουν ο ένας κοντά στον άλλο, στραμμένοι προς τη θάλασσα. Αυτή ήταν η συνείδηση των Πειραιώτών, αλλά και των περισσοτέρων Ελλήνων τότε. Αποκαλύπτονταν όταν περνούσαν μπροστά από τις προτομές. 

Δεν γεννάται λοιπόν καμία απορία για το πώς θριάμβευσαν στα βουνά της Αλβανίας, οι άνθρωποι εκείνοι,  οι βαπτισμένοι σε ήθος, σε τιμιότητα και σε ευλάβεια που ενώ τα παιδιά τους μάχονταν υπέρ πατρίδος, οι ίδιοι απέδιδαν τιμές σε προτομές ανθρώπων του πολιτισμού.