ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΠΕΙΡΑΪΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - 1930 - (ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ)

"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Ουφ ανέβηκα Αθήνα σήμερα


Εδώ στον Πειραιά έχουμε την αίσθηση μιας "αυτόνομης" πόλης. Λέγοντας αυτόνομη εννοώ ότι σε καμιά περίπτωση δεν νιώθουμε ας πούμε σαν τη Καλλιθέα ή του Ζωγράφου που θεωρούνται προάστια της Αθήνας. Ο Πειραιάς έχει μια ιδιαιτερότητα. Όλοι οι Δήμοι του λεκανοπεδίου δημιουργήθηκαν από την οικιστική ανάπτυξη της Αθήνας. Όλοι πλην του Πειραιά. Σε αυτή την άκρη της χερσονήσου, ο Πειραιάς, αναπτύχθηκε ξέχωρα από την Αθήνα και σταδιακά δημιούργησε με την σειρά του και τα δικά του προάστια. Με τα χρόνια οι δύο πόλεις ενώθηκαν αλλά αυτή η ένωση δημιουργήθηκε από ενδιάμεσους δήμους. Ωστόσο αυτή η ιδιαιτερότητα του Πειραιά, της ιστορικότητάς του δηλαδή, δημιούργησε και ξεχωριστή νοοτροπία στους κατοίκους του. Καταρχάς ο Πειραιάς επιλέχθηκε ως τόπος προορισμού στο παρελθόν κυρίως από νησιώτες. Ανθρώπους που μεγάλωσαν στη θάλασσα και ήθελαν και η νέα τους διαμονή να είναι κοντά σε αυτήν. Έτσι δημιουργήθηκαν στον Πειραιά συνοικίες ολόκληρες από Υδραίους, Χιώτες, Ψαριανούς, Σπετσιώτες και από πολλά άλλα νησιά. Αυτή η διαφορετικότητα όμως είχε και πολλά κοινά σημεία εκτός της αγάπης του υγρού στοιχείου φυσικά. Ήταν τα ναυτικά επαγγέλματα. Από τη μια πλευρά μπορεί να ήσουν από της Σύρου τα ναυπηγεία ή Χιώτης Καπετάνιος ή Μηχανικός από την Κάρπαθο ή ναύτης από οποιοδήποτε άλλο νησί, από την άλλη όμως ήσουν και Πειραιώτης. Έτσι ο κοινός αυτό παρανομαστής δημιούργησε ένα κράμα παράξενο. Στις γειτονιές του Χατζηκυριάκειου υπήρχε το σπίτι του καπετάνιου και δίπλα αυτού του ναύτη. Και οι δύο τους όμως μιλούσαν την ίδια γλώσσα, οι οικογένειες τους ένιωθαν την ίδια νοσταλγία, τα παιδιά τους πήγαιναν στο ίδιο σχολείο. Έγινε λοιπόν ένα δέσιμο παράξενο και ιδιόμορφο που δύσκολα συναντάς αλλού. Αυτό το κράμα λοιπόν σμιλεύτηκε με τα χρόνια σε μακρινούς προορισμούς. Συναντιότουσαν δύο "Πειραιώτες" ναυτικοί στην Αργεντινή και είχαν τόσα κοινά σημεία. Όταν γύριζαν πίσω περιέγραφαν στα καφενεία τις ιστορίες τους και καταλαβαίνονταν. Αυτή η κατανόηση λοιπόν μεταξύ του ναυτόκοσμου, κυρίως, έπρεπε να βρει και έναν εκφραστή. Και ο μεγάλος αυτός εκφραστής δεν ήταν άλλος από τον Ολυμπιακό. Έγινε το κοινό σημείο αναφοράς για τους Πειραιώτες αλλά και σημείο διαφοροποίησης από τους υπόλοιπους. Έχουμε λοιπόν στο λεκανοπέδιο τους πάντες (τριάντα και βάλε δήμους) οι κάτοικοι των οποίων δηλώνουν Αθηναίοι και τους Πειραιώτες. Εμείς και οι άλλοι. Αυτό το εμείς βρήκε καταφύγιο στο κόκκινο του Ολυμπιακού. Στην Αθήνα ήταν οι βολεμένοι, το κέντρο εξουσίας, η πρωτεύουσα, η πρώτη πόλη της Ελλάδας. Και οι Αθηναίοι ναι μεν μετά από χρόνια επέλεγαν να ζουν στα προάστια αλλά αθηναίοι δήλωναν ή στην αθήνα συνέχιζαν να εργάζονται και δώδεκα χιλιόμετρα λίγο πιο κάτω....(κάτι σαν το μικρό γαλατικό χωριό του Αστερίξ).... οι εργάτες της θάλασσας. Άνθρωποι που έφυγαν από τα νησιά τους και αναζήτησαν την τύχη τους σε πόλη που έμοιαζε με αυτά. Νησιώτες που έφεραν τα ήθη του νησιού τους που ακόμα και σήμερα κάθε χρόνο τιμούν τον Άη Νικόλα τον Υδραίο ή τον Άγιο Κωνσταντίνο τον φτιαγμένο από τους Χιώτες ή τον οποιοδήποτε Άγιο λάτρευαν πρίν έρθουν να εγκατασταθούν. Έφεραν τη λύρα και σαντούρι, το βιόλι και το ντέφι που μαζί με τους ρυθμούς τους Σμυρνέϊκους, λες και σφυρηλατήθηκαν στους ταρσανάδες από καραβομαραγκούς και μετουσιώθηκαν σε πειραϊκό τραγούδι "πάρε ναυτάκι ναυτάκι συριανό, λοστρόμο πειραιώτη" ή "κάτω στον Πειραιά στα Καμίνια". Αυτό το κάτω στον πειραιά λοιπόν έγινε πραγματικά για εμας κάτω. Έτσι όταν ανεβαίνουμε στην Αθήνα λέμε πάντα με παράπονο "ούφ σήμερα ανέβηκα στην Αθήνα". Αυτό λες και αποτελεί το σύνθημα της κατανόησης. Το λέμε μόνο όταν ο άλλος είναι και αυτός πειραιώτης με σκοπό να μας καταλάβει. Σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει ότι έφυγα από το πασαλιμάνι μου, την καστέλλα μου, το μικρολίμανό μου, την πειραϊκή μου, την φρεαττύδα μου, την καλλίπολή μου και ανέβηκα στα ηπειρωτικά εκεί με τις πολλές πλατείες που δεν βλέπεις θάλασσα, επιζητώντας έτσι την κατανόηση του άλλου και ίσως και τη συμπόνοια του για την κούρασή μας ή την απογοήτευσή μας. Πόσες φορές στο σπίτι μας δεν λέμε " Άσε και αύριο έχω να ανέβω στην Αθήνα", πράγμα που σημαίνει ψυχολογική προετοιμασία γιατί βγαίνω εκτός Πειραιά. Εγώ προσωπικά δεν ξέρω πειραιώτες που να φεύγουν εκτός πόλης για να πιούν καφέ στο Κολωνάκι ας πούμε. Μπορεί ίσως να τον συνδυάσουν με κάποια άλλη δουλειά που έχουν εκεί κοντά, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν φεύγεις από την Μαρίνα Ζέας για παράδειγμα για να πιεις καφέ στην Καισσαριανή (τυχαία η αναφορά). Και εαν υπάρχουν πειραιώτες που το κάνουν είμαι σίγουρος ότι είναι λίγοι.


Υπάρχει βέβαια και η κουλτούρα του Έλληνα στην μέση. Αυτή η περίεργη κουλτούρα που δεν ταξινομείται, που όταν προστεθεί στον Πειραιώτη βγαίνει ένα κράμα περίεργο. Είναι οι αυτοβούλως μεταναστεύσαντες πειραιώτες (για συντομία Α.Μ.Π). Τι σημαίνει αυτό; Πρόκειται για αυτούς που έφυγαν από τον πειραιά, όχι γιατί έτυχε η γυναίκα τους να είναι από αλλού, όχι γιατί η δουλεία τους ήταν εκτός, αλλά από επιλογή τους. Αυτοί λοιπόν οι αυτοβούλως μεταναστεύσαντες πειραιώτες (ή κοινά αυτοί που θέλαν να μας δείξουν ότι τα κονομήσανε και ο πειραιάς τους πέφτει λίγος πια), είναι οι πλεον φανατικά αντίθετοι του σημερινού πειραιά. Έχουν όλοι τους μια χαρακτηριστική φράση για να τους καταλάβεις. " Εγώ έφυγα όταν ο Πειραιάς χάλασε".
Ωραία φίλε και πότε πιστεύεις ότι χάλασε; Ο καθένας λοιπόν λέει την ημερομηνία που έφυγε. Μια μικρή σούμα να κάνεις και είναι εύκολο να καταλάβεις ότι ο Πειραιάς ήταν χαλασμένος πάντα, αφού κατ΄ άλλους ο Πειραιάς χάλασε το εβδομήντα, για άλλους το ογδόντα και για άλλους σήμερα, ανάλογα όπως είπαμε με το πότε έφυγε ο καθένας. Εγώ αυτούς τους θεωρώ τους χειρότερους. Αφού πρώτα έφυγαν για εξωτικές τοποθεσίες, λαγονήσια, γλυφάδες, αγίες παρασκευές κ.ο.κ. για να εντάξουν και αυτοί τον εαυτό τους στους άνετους, έρχονται στη συνέχεια στον Πειραιά με διάφορες προφάσεις, για κούρεμα, για καφέ, για ψώνια, για να δουν τους φίλους τους (γιατί εκεί που πήγαν ανακάλυψαν ότι δεν έχουν τίποτα κοινό με τους γείτονές τους αφού μιλάνε για τραμουντάνα και οι άλλοι καταλαβαίνουν ότι είναι είδος μπουγάτσας) αλλά και για να μας πούνε ότι ο Πειραιάς δεν ήταν αυτός που ξέρουν. Τώρα έχει κίνηση ενώ πρώτα δεν είχε, τώρα έχει αλλοδαπούς ενώ πρώτα δεν είχε, δεν έχει μετρό, δεν βρίσκω να παρκάρω, δεν έχει το ένα, δεν έχει το άλλο. Για αυτούς όλους λοιπόν λέμε "Στο καλό και καλό καταβόδιο, που είσαι όμως μεγάλε; Για καφέ με τους γλυφαδιώτες (αν υπάρχουν τέτοιοι) ή τους κατοίκους των Β.Π. (Βορείων Προαστίων ή κοινώς για εμάς που ξέρουμε Βλάχικων προαστίων) που μένεις, όχι στον Πειραιά, γιατί όταν επιλέγεις να διαγράφεις μια πόλη διαγράφεις και τους κατοίκους της, έτσι πάει το πράγμα μεγάλε δεν πάει αλλιώς".


Αυτή η τάξη των Α.Μ.Π. όπως προηγουμένων είπαμε κάνει και την πιο μεγάλη ζημιά από όλους. Είναι αυτοί οι τύποι, που στο Καραϊσκάκη φωνάζουν έτσι γ..... ο Πειραιάς και μετά πέρνουν το αυτοκίνητό τους και τραβάνε κατά ψυχικό μεριά ή κατά φιλοθέη. Είναι αυτοί που ξέρουν τα πάντα για εμάς (πειραιώτες γαρ), αλλά δεν μας θέλουν, θέλουν τους άλλους για γειτόνους. Ξέρετε ποιούς αυτούς που πούλησαν τέσσερα χωράφια στο χωριό τους και αγόρασαν σπίτι στα Β.Π. γιατί είναι οι κάποιοι και σαν τέτοιοι σιγά μην ζουν και στο κέντρο.


Αυτοί που μείναμε λοιπόν ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΘΕΛΑΜΕ και όπως το έχω ξαναπεί το λέω για ακόμα μία φορά ότι εμείς εδώ μείναμε δεν ξεμείναμε, αγαπάμε τον Πειραιά γιατί εδώ γεννηθήκαμε, εδώ μεγαλώσαμε, στις γειτονίες του παίξαμε και στις ίδιες γειτονιές παίζουν τα παιδιά μας, την περατζάδα μας στο πασαλιμάνι την κάνουμε, τα ούζα μας στην πειραϊκή τα πίνουμε και όταν βλέπω στον δρόμο κάποιον μεγαλύτερο ναυτικό και τον ρωτήσω για τον μαστροπαναγιώτη τον πατέρα μου όλο και κάποιες ιστορίες θα μου πει για κάποιον μαστροπαναγιώτη που το εξήντα ήταν μαζί του στου Λιβανού το πλοίο και άσε τους άλλους να έρχονται εδώ για να μας πούνε πως έγινε έτσι σήμερα ο Πειραιάς. Εμείς με τον ίδιο τρόπο τον πειραιώτικο, τον μόρτικο, τον πασαλιμανιώτικο θα του απαντήσουμε. "Αμάν έχω να ανέβω Αθήνα αύριο".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου