"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Μια φωτογραφία, μια ζωή ανάμεσα σε δύο πολέμους



Την γιαγιά μου την έλεγαν Καθολική, όνομα της Παναγιάς από τα Δωδεκάνησα και τον παππού μου Νικόλα, μαζί με τη μητέρα μου Ασπασία, εδώ, μωρό στα χέρια του και τον αδελφό της γιαγιάς Στέλιο (όρθιος) σε μια φωτογραφία στον Πειραιά, στο φωτογραφείο Αν. Γαζιάδη την άνοιξη του 1910.

Η γιαγιά κομψή, όμορφη πάντα, ο παππούς ψηλός ευθυτενής, λεβέντης σε όλα του έφεραν στη ζωή οκτώ παιδιά. Τρία κορίτσια και πέντε αγόρια. Η κόρη τους Χρυσούλα πήρε από τη κορμοστασιά τους, η Δέσποινα από τα πλούσια μαλλιά της γιαγιάς, η μητέρα μου ένα μεταξένιο δέρμα προσώπου μέχρι τα γεράματα. Ένα δισέγγονό τους, τα τελευταία χρόνια τον διάλεξαν για Εύζωνα! Τους μοιάζει καταπληκτικά, λεβεντόπαιδο δύο μέτρα! 

Η γιαγιά μου ήταν από την Σύμη. Γεννήθηκε στα 1890 και είχε έναν αδελφό και μια αδελφή. Η μητέρα τους στη Σύμη κακοπερνούσε, ο άνδρας της ήταν βάναυσος, άρπαξε τα τρία παιδιά της και στα 1895, με τέσσερα καρβέλια ψωμί και νερό, χαιρέτισε τους δικούς της ξαφνικά και μπαίνοντας μέσα σε μια σκούνα έφτασε στον Πειραιά έχοντας στον κόρφο της τα τρία ακόμα μικρά παιδιά της. 
Είχε μια φίλη στο Μεταξουργείο πλύστρα, είχε γράψει τον πόνο της. Εκείνη της είχε δώσει τη διεύθυνση "Κατίνα από τη Σύμη, Μεταξουργείο Αθήνα". 

Ο καραβοκύρης τους πήρε με ένα φορτίο στο κάρο και τους πήγε Μεταξουργείο. Ρώτησαν από δω, από κει και βρήκαν την Κατίνα!
Ανύπαντρη, που τους στάθηκε σαν μητέρα από τα πρώτα τους βήματα. Όλοι μπήκαν στη δουλειά. Η μητέρα της γιαγιάς άρχισε να ξενοπλένει, το μεγαλύτερο κορίτσι. Χρυσούλα την έλεγαν, κεντούσε μοναδικά. Παντρεύτηκε έναν καλό άνθρωπο στα δεκαεπτά της χρόνια. Τους είχα δει φωτογραφία, σπάνιας ομορφιάς και κομψότητας κι οι δύο σαν πρίγκιπες μου φάνηκαν!

Ο άνδρας της ήταν γκαρσόνι στο Ζάππειο. Έφυγαν από τη ζωή κι οι δύο πολύ νέοι γύρω στα τριάντα τους χρόνια από αρρώστιες, δεν είχαν παιδιά (μια κόρη της γιαγιάς μου είχε πάρει τ΄ όνομά της). Πολλές φωτογραφίες μας οικογενειακές χάθηκαν από τις πλημμύρες στο Μοσχάτο.

Η γιαγιά είχε σ΄ όλη της τη ζωή πένθος γι αυτόν τον θάνατο, κι ήταν αβάστακτα λιγομίλητη...
Η μητέρα της από οκτώ ετών της βρήκε δουλειά κι εκείνης, για να μην την παίρνει μαζί της στο πλύσιμο, εκεί κοντά στο Μεταξουργείο, σ΄ ένα κουκλάδικο, δίπλα σε καλούς ανθρώπους.
Κατασκεύαζαν από χαρτομάζα κεφαλάκια για κούκλες. Πολτοποιούσαν το χαρτί με νερό και είχαν κάτι σιδερένιες φόρμες, κι έβγαζαν τα στρογγυλά κεφαλάκια. Πολλές φορές, αυτό μ΄ απασχολούσε και σκεφτόμουνα, τι φόρμες ήταν αυτές που μου έλεγε η γιαγιά; Σε μια έκθεση στου Πουλόπουλου στην Αθήνα για τα παλιά παιχνίδια, την είδα στα 72 μου χρόνια και τότε κατάλαβα! Ήταν ένα μικρό πιεστήριο σιδερένιο με δύο φόρμες που άνοιγαν κι έκλειναν. Έβαζες μέσα τη χαρτομάζα την πίεζες, στράγγιζε το νερό και ξανανοίγοντας, το έπαιρνες το στρογγυλό κεφαλάκι! Ύστερα το στέγνωναν, το άλοιφαν γύψο, το ζωγράφιζαν του βάζανε ρουχαλάκια με πόδια και χέρια πάνινα κι έτοιμη η κουκλίτσα!

Ο παππούς Νικόλας 9 ετών παιδί, ήλθε ορφανό από τη Λιβαδειά και έμενε στους αστέγους κάτω από το καμπαναριό της παλιάς Αγίας Τριάδας του Πειραιά. Εκεί γνώρισε τον Στέλιο. Έγιναν φίλοι. Πουλούσαν μαζί μικρά χάρτινα παιχνιδάκια και σιγά σιγά έκαναν τους γυρολόγους με βελόνες, κλωστές, στα πανηγύρια. Ο Στέλιος παράλληλα ψάρευε. Μεγαλώνοντας ο παππούς, έπιασε δουλειά στους αλευρόμυλους Πειραιά. Συζητώντας μια μέρα ο Στέλιος του προτείνει να παντρευτεί την αδελφή του την Καθολική που καθόταν ακόμα στο Μεταξουργείο. Ο παππούς μου μόλις την είδε μαγεύτηκε....

Νοίκιασε ένα σπιτάκι πίσω από το Γηροκομείο Πειραιώς στην οδό Πύλης, έφτιαξε κι ένα μικρό μπακάλικο μπροστά στο ένα δωμάτιο και πήγαινε και στους αλευρόμυλους, έτσι είχαν πάντα το μπόλικο το ψωμάκι στην οικογένεια, από το αλεύρι του μύλου.
Εκεί γεννήθηκαν τα τρία από το οκτώ παιδιά τους!

Το μικρό παντοπωλείο το ονόμασαν "Η ΕΛΠΙΣ". Το όνομα του παντοπωλείου τους, το γράφουν σαν διεύθυνση τα ταχυδρομικά δελτάρια για την ονομαστική εορτή του, των συγγενών του από τη Λιβαδειά  από το 1910. Μόλις μάζεψαν ένα ποσό το 1912 πήραν ένα χωράφι να στεγάσουν τη πολυμελή οικογένειά τους στο Μοσχάτο.

Ωστόσο οι Βαλκανικοί πόλεμοι τον βρήκαν τον παππού  στο Μεντεσέλι Θεσσαλονίκης και τη γιαγιά ακούραστη  ηρωίδα! Να φτιάχνει ψωμί για να πουλάει, να έχει και το μικρό μπακάλικο μ΄ έναν ψυχογιό όπως τον έλεγε και τα πρώτα τρία παιδιά της.
Όταν έφτασε ο παππούς μετά τους Βαλκανικούς, άρχισε ξανά να δουλεύει πιο εντατικά. Σαν περίφημο κανταδόρος κι ερασιτέχνης κιθαρίστας, έχτισε πρώτα ένα μικρό ταβερνάκι και πίσω δύο ισόγεια δωματιάκια στο χωράφι του Μοσχάτου. Έτσι η γιαγιά ξανάρχισε καινούργια δουλειά! Εργαζόταν κι ο παππούς στους αλευρόμυλους, ήταν ευτυχισμένοι με όλη την φαμίλια τριγύρω μεγαλώνοντας σαν μελισσόπουλα. Τα αγόρια μόλις μεγάλωναν πουλούσαν "μυλαράκια" του ανέμου στο Νέο Φάληρο που ακόμα σχεδόν άκμαζε. 

Όλα τους τα παιδιά έβγαλαν το δημοτικό σχολείο και τα κορίτσια πήγαν μετά το σχολείο και μοδίστρες. Είχαν όμως σαν γνήσια οικογένεια Ελληνική και τις πολιτικές διαφορές τους!
Όταν άρχιζαν τα πολιτικά, ο παππούς κι η γιαγιά, γίνονταν μακελειό μέχρι τα γεράματα. Ο παππούς ήταν Βασιλικός, η γιαγιά ούτε να τ΄ ακούσει. Μια φορά ήλθαν οι Βενιζελικοί να τον σκοτώσουν στο Μοσχάτο, ο ίδιος ο έμπιστος του Βενιζέλου ο Γύπαρης! ο παππούς κρύφτηκε σ΄ ένα ξεροπήγαδο μια εβδομάδα, η γιαγιά όλο άχτι του έλεγε "Την επόμενη φορά θα τους πω που είσαι" και ξανάρχιζε ο καυγάς.

Ο παππούς την αγαπούσε. Δεν έβλεπε τίποτα κακό σ΄ εκείνην. Όλα της τα συγχωρούσε ήταν πολύ ήρεμος άνθρωπος. Όταν μεγάλωσα κατάλαβα ότι κι εκείνη τον αγαπούσε κι ας τον πικάριζε. Ποτέ δεν έβγαζε την βέρα της, μέχρι που έφυγε....

Η γιαγιά δεν ήταν Βενιζελική, απλώς αντιπαθούσε τους Βασιλείς. Ο αδελφός της εν τω μεταξύ ο Στέλιος σιγά σιγά εγκαταστάθηκε στην Τζαβέλα, άνοιξε ένα ταβερνάκι, που έμεινε ιστορικό για την ατμόσφαιρά του, τα γλέντια του και το φρέσκο ψαράκι του. σαν γνήσιος Συμιακός ψάρευε στο Νέο Φάληρο κι είχε μια βαρκούλα που την έλεγαν "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" το όνομα της γυναίκας του, έκανε παιδιά κι εγγόνια. 

Με την γιαγιά μου καθόμαστε όλα μας τα χρόνια κοντά, εκατό μέτρα χώριζαν τα σπίτια μας. Ουσιαστικά είμαστε ένα σπίτι. Εκεί οι γιορτές μας, οι χαρές μας, οι λύπες  μας.
Η μητέρα μου υπεραγαπούσε την οικογένειά της, λάτρευε τους γονείς της κι όταν κατά την διάρκεια του πολέμου, τα πέντε αγόρια αδέλφια της ανακατεύτηκαν με την αριστερά και άρχισαν με τον εμφύλιο εξορίες, φυλακίσεις, η μητέρα μου κι ο πατέρας μου στάθηκαν βράχοι. Η γιαγιά με καρτερία σάρωνε όλες τις φυλακές. Πήγαινε παντού σ΄ όλη την Ελλάδα όπου κι αν τους είχαν και πολλές φορές πήγαινα μαζί της.

Μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, είχε δύο κορίτσια ανύπαντρα και τα αγόρια της, πολιτικούς κρατούμενους, με το στερνοπούλι της εξορία στην  EL DABA!
Μέσα στις έγνοιες του κατατρεγμού του εμφυλίου, κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες ήθελε να φτιάξει ακόμα ένα σπιτάκι στο ανύπαντρο κορίτσι της και το κατόρθωσε. Το δεύτερο κορίτσι θα έπαιρνε σπίτι από την αδελφή του παππού μου που δεν είχε παιδιά.
Τη μητέρα μου την είχε παντρέψει το '39 και της είχε χτίσει σπίτι....
Όταν ήμουν 18 ετών, τη ρώτησα γύρω από ένα μαγκάλι που καθόμαστε οι δύο μας. 
-Γιατί γιαγιά δεν έχεις σχέσεις με τον αδελφό  σου, δεν τον είδα ποτέ, ενώ ξέρω ότι αγαπούσες και την μητέρα σου και την αδελφή σου (η μητέρα της έφυγε από τη ζωή αρχές του αιώνα)
-Γιατί μου είπε μια μέρα ήλθε να με επισκεφθεί μαζί με τον πατέρα μου και δεν τους άνοιξα και του είπα ούτε θέλω να τον δω τον πατέρα μου κι ούτε κι εσένα ξανά. Αυτή είναι η γνώμη μου και δεν την αλλάζω. Δεν είχα πατέρα, τι μου ήλθε στα γεράματά του; Νανά, μη με κάνεις να θυμάμαι και σιώπησε....

Μια μέρα, έρχεται ένα μεσημέρι σπίτι μου (έμενα κοντά της και ήμουν παντρεμένη) και μου λέει. Νανά θέλω να με πας τώρα στο Σύνταγμα κι εγώ με μια ακαταλαβίστικη ευκολία της λέω έγινε. Φύγαμε. Παίρνουμε το πράσινο λεωφορείο της παραλίας από Μοσχάτο και κατεβαίνουμε Σύνταγμα, στο δρόμο  μου έλεγε είχε να πάει από παιδί στο κέντρο. Στη γωνιά της πλατείας με Ερμού που με πήγε, μου είπε το μυστικό της
-Εδώ ερχόμουν για βόλτα δέκα χρονών παιδί ξυπόλητο το καλοκαίρι. Μια μέρα πέρασε ο Βασιλιάς Γεώργιος ο Α΄ μαζί με την Όλγα τη γυναίκα του και σταμάτησαν την άμαξά τους και μ΄ φώναξαν και μ΄ ρώτησαν πως με λένε και μου έδωσε ο βασιλιάς μια δεκαρούλα ο παλιάνθρωπος, που έπαιρνα μόνο μια καραμέλα  Τον καταράστηκα και έπιασε η κατάρα μου! Τον δολοφόνησαν! Την είχα πιάσει αγκαζέ και γελάγαμε και οι δύο μας για την κατάρα της γιαγιάς! (εξ ου και η αντιπάθειά της στους Βασιλείς). Ύστερα τη ρώτησα τι θέλει να την κεράσω.

-Άραγε μου είπε στην Ερμού είχαν μικρά καταστήματα με ζωγραφιές! Γι αυτό ερχόμουν και τις χάζευα απ΄ έξω, υπάρχουν;
  Δεν νομίζω γιαγιά. Κατηφορίζοντας με πήγε στην Αγία Ειρήνη, άναψε ένα κεράκι, λεγόντάς μου ότι εδώ εκκλησιαζόντουσαν Χριστούγεννα και Πάσχα με τα αδέλφια της και την μητέρα της. Παρακάτω, καθίσαμε και φάγαμε λουκουμάδες σ΄ ένα παλιό ζαχαροπλαστείο της εποχής της. Έκανε σαν παιδί.
-Εεε μου είπε, δεν άλλαξε και πολύ η Αθήνα. Όλα τα γνώρισα!
Έτσι ήταν. Σε τρεις μέρες έφυγε η γιαγιά. Ο παππούς, είχε προηγηθεί από καιρό. Ήμουν σίγουρη ότι έτσι το θέλησε, είχε κάνει τον κύκλο της. Είχε δει και τα παιδιά της όλα παντρεμένα, με εγγόνια τριγύρω της. Είχαν περάσει οι εξορίες και οι φυλακίσεις, αποχαιρέτησε και για τελευταία φορά και τις αγαπημένες γωνιές της Αθήνας που έζησε τα παιδικά της χρόνια. Τελείωσαν τα 80 χρόνια διαρκούς προσφοράς της! Πάντα σκέπτομαι την τελευταία βόλτα  της. Από τότε κατάλαβα περισσότερο, ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο σάρκα, έχει κι ένα φωτοστέφανο πνευματικό που τον οδηγεί, εντελώς προσωπικό....
Γιαγιά, παππού, όλοι σας αγαπάμε.

ΥΓ
1. Το εικονιζόμενο φόρεμα το έραψε και κέντησε η αδελφή της γιαγιάς μου Χρυσούλα
2.  Η φωτογραφία είναι από την οικογενειακή μας συλλογή.
  
                                                                           Νανά Ιωαννίδου

9 σχόλια:

Βιβή Γ. είπε...

Νανά καλημέρα,έχω λατρέψει αυτό το μπλογκ και σένα!Το κείμενό σου δεν είναι ένα καλογραμμένο,
νοσταλγικό άρθρο, είναι ένα ωραίο και πολύ τρυφερό διήγημα!

νανα ιωαννιδου είπε...

Βιβη Σ ευχαριστω , η γνωμη σου μετραει πολυ.

Ανώνυμος είπε...

Κυρία Ιωαννίδου το κείμενό σας το διάβασα απνευστί. Εξαιρετικό!
Δημοσθένης Μπούκης του Γιάννη

νανα ιωαννιδου είπε...

K ε Δ. Μπουκη σας ευχαριστω πολυ.
Τα κειμενα μου ολα ειναι βιωματικα, ως εκ τουτου τα γραφω
με την ψυχη μου και ειναι σφυριλατημενα με τις εμπειριες
της ζωης μου.
Σας ευχαριστω και παλι.

Ανώνυμος είπε...

ΚΥΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΣΥΓΚΙΝΗΘΗΚΑ ΠΟΛΥ, ΓΙΑΤΙ ΤΥΧΑΙΝΕΙ ΝΑ ΕΧΩ ΚΑΙ ΕΓΩ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΜΗ, ΝΑ ΛΕΝΕ ΤΗΝ ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΗ (Η ΟΠΟΙΑ ΗΡΘΕ ΜΙΚΡΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΜΗ)ΚΑΙ ΝΑ ΕΧΩ ΠΑΡΕΙ ΚΑΙ ΕΓΩ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ.

νανα ιωαννιδου είπε...

Να Ζησεις Καθολικη καλη χρονια και πολυ υγεια
Ειδες βρε παιδι μου , τι περνουσαν αυτες οι γυναικες, πραγματικες ηρωιδες της ζωης

Σευχαριστω

Σαλαπαταρα Ευγγελια είπε...

Ξαδελφη με συγκινησες απιστευτα με το αξιολογο κειμενο σου!!! Να εχεις υγεια και να συνεχιζεις ετσι δημιουργικα την ζωη σου!!!!

αθεόφοβος είπε...

Σε αυτή την ιστορία είναι συμπυκνωμένη όλη η ιστορία των ανώνυμων Ελλήνων του προηγούμενου αιώνα.
Μόνο που δεν έχει την στεγνότητα της άψυχης ιστορίας αλλά την γλύκα των προσωπικών αναμνήσεων ανθρώπου που έχει την ικανότητα να διηγηθεί μια ιστορία που να μιλάει στο συναίσθημα μας.
Μόλις το διάβασα αισθάνθηκα την ευφορία που έχει κανείς διαβάζοντας κάτι ιδιαίτερα αξιόλογο!
Ο Γαζιάδης εκτός από φωτογράφος ήταν και από τους πρώτους κινηματογραφιστές στην Ελλάδα και θυμάμαι το εξοχικό του σπίτι στην παραλία στα Σελίνια στην Σαλαμίνα.

λιλη σταμουλη είπε...

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
ΝΑΝΑ ΓΡΑΦΕΙΣ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΣΥΧΓΑΡΗΤΗΡΙΑ

Δημοσίευση σχολίου