"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Πλατεία Καραΐσκάκη Πειραιά

Η Πλατεία Καραϊσκάκη το 1896


Γράφει ο Στέφανος Μίλεσης

Αναφέρεται από τον Διονύση Χαριτόπουλο στο βιβλίο του "Εκ Πειραιώς", ότι η  πρώτη της  ονομασία της ήταν Πλατεία Νικηφοράκη από έναν αγωνιστή του '21. Προσωπικά δεν γνωρίζω να υπάρχει επίσημη καταγραφή της πλατείας με αυτή την ονομασία. Πάντως ο Νικηφοράκης δεν ήταν αγωνιστής του '21, αλλά προεπαναστατικός  ήρωας, τριάντα χρόνια πριν ακόμα την επανάσταση. Πρόκειται για τον καπετάνιο Ευστράτιο Νικηφοράκη ο οποίος ανήκε στην δύναμη του Λάμπρου Κατσώνη και στις 17 Μαΐου του 1790 περικυκλωμένος από τους Οθωμανούς (έτσι ονόμαζαν τότε κάθε Αφρικανό σύμμαχο των Οθωμανών, στην συγκεκριμένη περίπτωση Αλγερινών), προτίμησε να ρίξει το πλοίο του στα βράχια της Άνδρου, παρά να πέσει στα χέρια τους. 
Ο Νικηφοράκης δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός σαν ήρωας και αγνοώ την σχέση του με τον Πειραιά, ώστε να δώσουν στην πρώτη πλατεία της πόλεως, το όνομά του.  

Η μετεγκατάσταση του Όθωνα στη νέα πρωτεύουσα του Κράτους, την Αθήνα, γίνεται αφορμή ώστε ο βασιλιάς να επιβιβαστεί από το Ναύπλιο στο πλοίο "Μαδαγασκάρη" με τα 46 κανόνια και να αποβιβαστεί γεμάτος τιμές και δόξα στην συγκεκριμένη πλατεία, στις 28 Αυγούστου του 1834, η οποία αργότερα (1851) και ένεκα αυτού του περιστατικού, θα λάβει το όνομα "Πλατεία Όθωνος". Μάλιστα η άφιξή του Όθωνα στην πλατεία συνοδεύτηκε και με το περιστατικό (παρεξήγηση θα λέγαμε καλύτερα) του "κομίζει ο Βασιλεύς Γλαύκας εις Αθήνας" (το οποίο μπορείτε να διαβάσετε σε παλαιότερη ανάρτηση). Η μαρμάρινη προτομή του, που κοσμούσε την πλατεία, με την έξοδό του από την χώρα, εξήλθε και αυτή, όχι προς το εξωτερικό ακολουθώντας τον Βασιλέα, αλλά προς την θάλασσα, που την πέταξαν εξοργισμένοι διαδηλωτές που πανηγύριζαν μάλλον όχι κόσμια, την απομάκρυνση του Όθωνα από την Ελλάδα. Το δε πλοίο "Μαδαγασκάρη" αφού δεν είχε Βασιλιά να μεταφέρει, έφυγε προς καταπολέμηση δουλεμπορίου στην Αφρική!!! Ο Όθωνας το 1862 (στις 23 Οκτωβρίου) έφυγε από το ίδιο σημείο στο οποίο είχε αφιχθεί αλλά με το πλοίο "Σκύλλα" χωρίς να παραιτηθεί ποτέ από τον θρόνο, γεγονός που καθιστούσε τον Γεώργιο Α΄ παρατύπως βασιλέα, χωρίς αυτό να αναφέρεται στα ιστορικά βιβλία, λες και ήταν κάποια ασήμαντη λεπτομέρεια.

Και αφού ο εν γη θεός (ο Βασιλεύς) έφυγε, δεν ήταν δυνατόν να ξαναδώσουν όνομα θνητού στην πλατεία, θα ήταν κάτι σαν υποβιβασμός. Για αυτό και την ονόμασαν "Πλατεία Απόλλωνος" αν και για μικρό χρονικό διάστημα ονομάστηκε και ως "Πλατεία Ελευθερίας" (1862) πιστεύοντας κάποιοι ότι η απομάκρυνση του Βασιλιά, θα έφερνε και την ανεξαρτησία. Και ο Απόλλωνας όμως δεν έμεινε για πολύ, καθώς η προτομή του αφού κόσμησε για μεγάλο χρονικό διάστημα την είσοδο του Δημαρχείου (Παλιό ρολόι), επανατοποθετήθηκε σε περιοχή που φέρει το ίδιο όνομα, συγκεκριμένα στην Πλατεία Απόλλωνα στα Καμίνια. 

Φτάσαμε λοιπόν στην τελευταία ονομασία ως "Πλατεία Καραϊσκάκη". Ωστόσο το άγαλμα που τοποθετήθηκε εκεί ουδεμία σχέση είχε με τον Καραϊσκάκη! Θα ταίριαζε ίσως ως αφιέρωση σε ποιητή, στον Λόρδο Βύρωνα ή σε λογοτέχνη, αλλά όχι σίγουρα σε έναν επαναστάτη του 1821 που σφάζει τους κατακτητές Τούρκους. Αυτή η κατασκευή λοιπόν φτάνει να υπάρχει σχεδόν μέχρι τις μέρες μας και μόνο το 1966 αποφασίστηκε να κατασκευαστεί άλλο, στερώντας έτσι το γέλιο από τους κουρασμένους ταξιδιώτες του λιμανιού. 
Ο Ανδριάντας του Καραϊσκάκη που ο αγωνιστής του ΄21 φαίνεται σε θέση ποίησης (Λόρδου Βύρωνα) να απαγγέλλει ποιήματα, σε τίποτα δεν θύμιζε τον επαναστάτη Γεώργιο Καραϊσκάκη, προκαλώντας έτσι αμηχανία και αντιδράσεις στους Πειραιώτες εκείνης της εποχής
Ο αρχικός "Καραϊσκάκης" με το δεξί χέρι και το αριστερό πόδι μπροστά, με την "ποιητική" διάθεση του Άγγλου Βύρωνα (φωτογραφία κάτω)
Δεξί χέρι και αριστερό πόδι μπροστά έχει και ο Λόρδος Βύρωνας στο Μεσολόγγι

Σε μια εξήγηση που δίνεται σε άρθρο της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ του 1908 είναι ότι ο καλλιτέχνης φιλοτέχνησε έναν νεαρό αγωνιστή. Ο γλύπτης όμως πέθανε και η οικογένεια του στην συνέχεια με γνωριμίες που είχε στον Δήμο πέτυχε να πουλήσει το ανώνυμο γλυπτό, στο οποίο μπήκε επιγραφή ότι είναι ο Γ. Καραϊσκάκης. Δηλαδή δεν ήταν στην πρόθεση του γλύπτη όταν βρίσκονταν εν ζωή να αποτελέσει το μνημείο αυτό αναπαράσταση του Καραϊσκάκη.  

Εν τω μεταξύ και πριν γίνουν όλα αυτά το 1922 η πλατεία να πούμε, ότι σχεδόν είχε πάψει να υπάρχει ως πλατεία, αφού με την καταστροφή την λεγόμενη Μικρασιατική (ενώ ήταν καθαρά Ελληνική),  όλοι οι ελεύθεροι χώροι στον Πειραιά, μεταξύ αυτών και η Πλατεία Καραϊσκάκη είχαν καταληφθεί από παράγκες και πρόχειρες ιδιοκατασκευές  Με την διαφορά όμως ότι ενώ σταδιακά όλοι οι δημόσιοι χώροι απελευθερώνονταν, ο χώρος της συγκεκριμένης πλατείας, παρέμενε σταθερά κατειλημμένος  λόγω του ότι τα παραγκόσπιτα είχαν μετατραπεί σε παραγκομάγαζα (το παρεμπόριο ήκμαζε από τότε) και η επέκτασή τους στον έναντι της παραλίας δρόμο, είχε δημιουργήσει και συνέχεια άλλη μια αγορά δίπλα στην αρχική. Μέχρι που το 1929 (στις 4 Ιανουαρίουμια φωτιά έκαψε τα πάντα και πλατεία ξανάγινε πλατεία, ενώ η αγορά μετατράπηκε σε Δημοτική Αγορά. Για την φωτιά αυτή υπήρξαν υπόνοιες περί εμπρησμού. Λανθασμένα η φωτιά αυτή, αναφέρεται ως πυρκαγιά του '38 από ερευνητές και την αποδίδουν μάλιστα και σε έργο του Μεταξά για να διώξει τα παραπήγματα. Βέβαια υπήρξε μια πυρκαϊά και το 1938 στην ίδια πλατεία, στην οποία όμως δεν υπήρχαν προσφυγικά παραπήγματα, αλλά μόνο υπόστεγα του Δήμου. Στην πυρκαγιά του 1929 είναι που έπαθε καταστροφή όλη η Πλατεία και ο ανδριάντας του Καραϊσκάκη. Από τις 7 Ιανουαρίου του 1929 οι καταστηματάρχες του Πειραιά είναι που συγκέντρωσαν υπογραφές προς τον Δήμο ώστε να μην επιτρέψει να αναπτυχθούν τα καταστήματα- παραπήγματα στην Πλατεία. Ο Μεταξάς είναι αυτός που απαγόρευσε την ανάπτυξη των παραπηγμάτων στην Πλατεία δια νόμου και όχι δια εμπρησμού όμως όπως προανέφερα. 

Επιστολικό Δελτάριο (Cart Postale) του 1912. Αριστερά βλέπουμε την Πλατεία Καραϊσκάκη

Το σημερινό άγαλμα του Καραϊσκάκη είναι αντάξιο του ήρωα. Είναι έργο της Λουκίας Γεωργαντή (η μαντάμ Τισό της Ελληνικής Γλυπτικής) Δεν γνωρίζω αν αληθεύει το γεγονός ότι αν το άλογο ενός μνημείου, όταν πατά τα δύο μπροστινά του πόδια στην γη, τότε ο αναβάτης έχει πεθάνει φυσιολογικά, εάν πατά μόνο το ένα, ο αναβάτης έχει τραυματιστεί και αργότερα έχει υποκύψει στα τραύματά του και εάν τέλος, τα δύο μπροστινά του πόδια είναι στον αέρα, ο αναβάτης έχει σκοτωθεί στην μάχη, πάντως στο συγκεκριμένο άγαλμα (με τα δύο πόδια στον αέρα) ο παρατηρητής εκλαμβάνει ότι ο Καραϊσκάκης πέθανε στην μάχη, γεγονός που δεν είναι τελείως αληθινό, καθότι ο Καραϊσκάκης τραυματίστηκε και αργότερα υπέκυψε στα τραύματά του. Μάλιστα στον χρόνο που μεσολάβησε, μεταφέρθηκε από το Νέο Φάληρο στο Κερατσίνι που ήταν το στρατόπεδο του και υπέγραψε και την διαθήκη του. 
(Διαβάστε για το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη-με πλούσιο φωτογραφικό υλικό- στο Κερατσίνι και τις τελευταίες του στιγμές εδώ)

Πλατεία Καραϊσκάκη την δεκαετία του '70
Πλατεία Καραϊσκάκη
Το μνημείο του Καραϊσκάκη σήμερα

Ο Καραϊσκάκης πεθαίνοντας είπε "να είστε μονοιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα" αλλά οι νεοέλληνες ούτε μόνοιασαν ποτέ, ούτε πατρίδα βάστηξαν και ας του έχουν στήσει τόσους ανδριάντες και μνημεία και ας του καταθέτουν στεφάνια κι ας βγάζουν λόγους ατελείωτους περί πατρίδος στας Εθνικάς Εορτάς.
Η δε ομόνοια φαίνεται κάθε Κυριακή στο έτερο μνημείο του, έξω από το γήπεδο Καραϊσκάκη στο Φάληρο, που οι Πειραιώτες δείχνουν με κάθε τρόπο την αγάπη τους προς τους συνέλληνες βαστώντας όχι πατρίδα αλλά ομάδα (αυτό φυσικά γίνεται και από τους άλλους).   

  (*) Η αναφορά γίνεται από τον Διονύσιο Χαριτόπουλο, στο βιβλίο του "Εκ Πειραιώς"

Γκούρκας και Ινδοί στην Μάχη της Καστέλλας

Αφίσα του ΕΑΜ κατά των Ινδών που είχαν επανδρώσει μέρος του Βρετανικού Στρατού

Γράφει ο Στέφανος Μίλεσης

Η 5η Ινδική Ταξιαρχία φτάνει στον Πειραιά στις 9 Δεκεμβρίου του 1944. Οι διαταγές που έχει είναι ότι θα καθαρίσει από τους κομμουνιστές μια χερσόνησο του Πειραιά που ονομάζεται Καλλίπολη. Με την άφιξή της αρχίζει τις εκκαθαρίσεις σε όλη την περιοχή της Πειραϊκής Χερσονήσου με κατεύθυνση προς την Καστέλλα και την οδό Πειραιώς. Στην αναφορά της Ινδικής Ταξιαρχίας που συντάσσεται για τον σκοπό αυτό διαβάζουμε:

 "Στην χερσόνησο του Πειραιά κυριαρχεί βόρεια ο λόφος της Καστέλλας, που υψώνεται απότομα στα 300 πόδια (93 μέτρα για την ακρίβεια). Ανάμεσα σε αυτόν τον λόφο και την θάλασσα υπάρχουν κατοικίες και ασφαλτοστρωμένος δρόμος που εκτείνεται προς τα νότια.  Δύο μέρες αργότερα η Ινδική Ταξιαρχία συμπληρώνεται από τάγματα Βαλούχι και Γκούργκας. Από τις 10 Δεκεμβρίου η 5η Ινδική Ταξιαρχία μπαίνει σε δράση για την εκκαθάριση του Πειραιά και κυρίως του Λιμένα. Αυτοί που συναντούν όμως τεράστιο πρόβλημα είναι οι Γκούρκγας στον Λόφο της Καστέλλας. Αριστεροί αντάρτες τους πολεμούν με σφοδρότητα, οχυρωμένοι πίσω από τεραστίου διαμέτρου σκυροδέματος τσιμεντένια πυροβολεία που είχαν κατασκευάσει η Γερμανοί και που τώρα βρίσκονταν στα χέρια των ανταρτών. 

Οι Βρετανοί Αξιωματικοί διατάζουν τους Γκούρκας (Gurkhas) σε καμιά περίπτωση να μην χρησιμοποιήσουν τα νεπαλέζικα μαχαίρια (kukris) φοβούμενοι τους πολίτες μην στραφούν εναντίον τους και υποστηρίξουν τους κομμουνιστές. Όμως αυτοί με την κάλυψη του σκοταδιού κατά την διάρκεια της νύχτας τα χρησιμοποιούν ανεπιφύλακτα έχοντας οι ίδιοι υποστεί λίγες απώλειες. 
Με  την βοήθεια τεθωρακισμένων και αεροπορικής κάλυψης (με την χρήση ρουκετών), μετέτρεψαν τους υπερασπιστές του λόφου σε απελπισμένους ανθρώπους οι οποίοι έβλεπαν ότι είχαν απέναντί τους ένα στρατό με πλήθος πυρομαχικών και εφοδίων. Μέχρι το τέλος του μήνα τόσο ο λόφος της Καστέλλας, όσο και το λιμάνι του Πειραιά με τις δεξαμενές είχαν καθαριστεί. Αποτέλεσμα των επιχειρήσεων αυτών ήταν 1000 κρατούμενοι κομμουνιστές και 166 νεκροί όλων των βαθμών από την πλευρά της Ινδικής Ταξιαρχίας".   

Η Μπάλα φωτιάς ήταν το διακριτικό της 5ης Ινδικής Ταξιαρχίας που έδρασε στην Καστέλλα
Ινδικά στρατεύματα στην Ακρόπολη
 Όσον αφορά τους Νεπαλέζους  στρατιώτες Γκούρκας, ήταν γνωστοί για τρεις λόγους. Ο πρώτος για την αγριότητά τους, ο δεύτερος για την πολεμική τους ιδεολογία όπως "Αν ένας άνθρωπος λέει ότι δεν φοβάται να πεθάνει, αυτός είτε λέει ψέματα, είτε είναι Γκούρκα" ή "Καλύτερα να πεθάνω παρά να είμαι ένας δειλός" και ο τρίτος λόγος ήταν το μαχαίρι kukri που έφεραν πάντα ως εξοπλισμό στην μέση τους. Μάλιστα σε παλαιότερες εποχές υπήρχε η φήμη ότι ότι όταν το Kukri έβγαινε από την θήκη έπρεπε να "γευτεί" αίμα γιαυτό όταν αυτό δεν γίνονταν, ο ιδιοκτήτης του έκοβε ελαφρά το δάχτυλό του ώστε το μαχαίρι να "ματώσει".
Κατά τις επιθέσεις τους (μεταξύ αυτών και στον λόφο της Καστέλλας) φώναζαν "Jaya Mahakali"  (Δόξα στην μεγάλη Kali). 
Το Μαχαίρι Κukri που έφερναν πάντα στην μέση τους οι Νεπαλέζοι Στρατιώτες 


Η Διεύθυνση ιστορίας Στρατού για τα γεγονότα αυτά σε έκδοση του 1964 αναφέρει:
"...άποβιβασθη άκωλύτως τό άναμενόμενον ύπόλοιπον της Ινδικής Ταξιαρχίας, της όποίας ή Διοίκησις και τά ετερα δύο τάγματά της GURKHAS καΐ BALUCHIS αφίχθησαν τήν 0400 της 11ης Δεκεμ­βρίου. Κατόπιν τούτου κατά την διάρκειαν της ημέρας ταύτης τό Στρατηγείον BLOCK—FORCE διεπεραιώθη εκ Νέου Φαλήρου εις την Πειραϊκήν Χερσόνησον, έγκαταστα6έν ε!ς την Σχολήν Ναυτικών Δοκίμων, όπου έγκατεστάθη καΐ ή Διοίκησις της 5ης Ινδικής Ταξιαρχίας.



Στις 12/12 εκκαθαρίζουν εστίες σε όλη την Πειραϊκή χερσόνησο:
Τήν έπομένην 12ην Δεκεμβρίου τά ινδικά τάγματα GURKHAS και BALUCHIS, άναλαβόντα δρασιν, ήρξσντο τής έκκαθαρίσεως καΐ έξουδετερώσεως των άποκοπεισών έστιών αντιστάσεως των έλασιτών είς τό κάτω τμήμα της Πειραϊκής Χερσονήσου.
Ή έπιχείρησις εκκαθαρίσεως τής Πειραϊκής Χερσονήσου συνεχίσθη κατά την 13ην Δεκεμβρίου υπό των Ινδικών Ταγμάτων GURKΗAS και BALU­CHIS και κατά τήν έπέλευσιν τής σκότους ολόκληρος ό δυτικώς τής όδοΰ Χαριλάου Τρικούπη μέχρι τής γραμμής άποκλεισμοϋ τοΰ Τάγματος ESSEX χώρος είχεν έκκαθαρισθή. Κατά τήν 11 ην Δεκεμβρίου υπό τών 'Ινδικών ταγμάτων περιοχής, έγκατασταθέν έπι τής γραμ­μής τής διηκούσης διά τών όδών Μαυροκορδάτου και Σκουλούδη.

Στις 14/12 χρησιμοποιούν άρματα μάχης για την κατάληψη του λόφου αλλά η προώθηση δεν πραγματοποιήθηκε με τον προβλεπόμενο ρυθμό:

Τήν αύτήν πρωίαν (14-12-44) τό Ίνδικόν Τάγμα GURKHAS απεσύρθη τών εκκαθαριστικών ένεργειών προκειμένου νά προπαρασκευαστή διά τήν έπί­θεσιν τής τελευταίας φάσεως πρός κατάληψιν τοΰ λόφου Καστέλλας ενώ τά Τάγματα ESSEX και BALUCHIS υποστηριζόμενα υπό άρμάτων μάχης συνέχιζον τό έργον τής έξουδετερώσεως τών έστιών αντιστάσεως τών έλασιτών. Μολονότι τά άρματα μετέσχον ενεργώς είς τον αγώνα, ή προώθησις τών ταγμάτων δεν έπραγματοποιήθη μέ τον προβλεπόμενον ρυθμόν

Στις 15/12 δοκιμάζουν κανονιοβολισμό λόφου Καστέλλας από πλοία και από τακτικό πυροβολικό με αποτελέσματα περιορισμένης κλίμακας:

Τήν ιδίαν ήμέραν (15-12-44) άφικνοϋντο τά πυροβόλα τού Ιου Συντάγματος Πυροβολικού τής 4ης Ινδικής Μεραρχίας ατινα ταχθέντα έπι τής νησίδος Ψυτάλλεια, προ τής είσόδου του λιμένος Πειραιώς, έπελαμβάνοντο τής προσβολής τών είς τον λόφον Καστέλλας οχυρωμένων θέσεων τών έλασιτών, οΐτινες την προηγουμένην είχον έπίσης υποστή έπί δίωρον σφοδρόν βομβαρδισμόν υπό τών πυροβόλων τών Ελληνικών άντιτορπιλλικών «Σαλαμις» και «Ναυαρίνον». Ή προσβολή έν τούτοις ύπό τού πυροβολικού τής 4ης Ινδικής Μεραρχίας τού λόφου Καστέλλας, διεκόπη συντόμως, λόγω ελλείψεως επαρκών πυρομαχικών και ή προπαρασκευή ώς έκ τούτου τής προετοιμαζομένης επιθέσεως υπήρξε περιορισμένης κλίμακος. 


Η απόφαση για κανονιοβολισμούς από τα πλοία "Σαλαμίς" και "Ναυαρίνο" καθώς και από τα πυροβόλα των Ινδών που ήταν εγκατεστημένα στην Ψυττάλεια, ελήφθη χωρίς να ληφθούν υπ΄όψη οι αντιρρήσεις που υπήρχαν για τα σπίτια και τον πληθυσμό της Καστέλλας. Μέρος της απόφασης αυτής στηρίχθηκε στο ότι όσοι παρέμειναν στα σπίτια τους στην Καστέλλα και δεν τα εγκατέλειψαν, θα πρέπει να θεωρούνται "φίλοι" κομμουνιστών. 

Η απόφαση για ολομέτωπη επίθεση (16/12):

Η κορυφή του λόφου Καστέλλας (Προφήτης Ηλίας) δέσποζε και έλεγχε όλη την περιοχή του Πειραιά, πέρα δε της εξαιρετικής παρατήρησης που προσέφερε, παρείχε και ασφάλεια εις τους επ΄ αυτού εγκατεστημένους Ελασίτας, οι οποίοι διέθεταν σύστημα υπογείων διαδρόμων και θέσεων μάχης μετά σκέπαστρων  Τα ανωτέρω έργα είχαν κατασκευαστεί κατά την περίοδο κατοχής από τους Γερμανούς, οι οποίοι τα είχαν οργανώσει ισχυρώς προς προστασία του λιμένος Πειραιώς. Υπό αυτές τις συνθήκες η προσβολή από Πυροβολικό ήταν δυσχερέστατη. Προτάθηκε η ενέργεια σιωπηλής επίθεσης κατά την διάρκεια της νύχτας, υπό τον όρο ότι οι Γκούρκας, δεν θα χρησιμοποιούσαν την ατομική τους μάχαιρα. Η επίθεση κατά του λόφου Καστέλλας εξαπολύθηκε τελικώς την 01.40΄ ώρα της 16ης Δεκεμβρίου. Δύο λόχοι Γκούρκας ήταν αυτοί που ήρθαν πρώτοι σε επαφή με προχωρημένα στοιχεία του ΕΛΑΣ στους πρόποδες του λόφου. Εν συνεχεία και μόλις άρχισε η αναρρίχηση του απότομου αυτού λόφου, ξεκίνησε δραστικό πυρ των αμυνομένων. Ακολούθησε σκληρός αγώνας, αλλά μέχρι την αυγή οι Γκούρκας εκκαθάρισαν την Δυτική πλευρά του λόφου και πάτησαν το πόδι τους στην κορυφή αυτού που ονομάζεται Προφήτης Ηλίας, ενώ μέχρι τις 10.00΄το πρωί της ίδιας μέρας (16/12), ολόκληρη η τοποθεσία του λόφου Καστέλλας, είχε καταληφθεί με οδυνηρές απώλειες για τους ελασίτας. 

Προκήρυξη του ΕΑΜ επικαλούμενη δημοσίευμα των Times (7/12/1944)  που ανέφερε ότι ο Αγγλικός Στρατός στην Ελλάδα θα είναι ουδέτερος και αντικειμενικός. Τέτοιες προκηρύξεις ρίχνονταν και στους δρόμους του Πειραιά

Ο ερευνητής και συγγραφέας Ιάκωβος Βαγιάκης, θυμάται ότι μέρος των Ινδών στρατιωτών μετά την εκκαθάριση του Πειραιά από τις εστίες αντίστασης του ΕΑΜ, στρατωνίστηκαν για μικρό χρονικό διάστημα στο παλιό κτήριο του Β΄ Αρρένων Πειραιά (περιοχή Βρυώνη) τον Ιανουάριο του 1945.


Στο κτήριο του Β΄ Γυμνασίου Αρρένων στην οδό Αφεντούλη παρέμειναν για μικρό χρονικό διάστημα , άνδρες της Ινδικής Ταξιαρχίας

Από το ημερολόγιο της 5ης Ινδικής Ταξιαρχίας προκύπτει ότι οι Ινδοί αντικαταστάθηκαν επιχειρησιακά στις 9 Ιανουαρίου 1945 και ανεχώρησαν για Βόλο στις 11 Ιανουαρίου άρα μάλλον για το διήμερο εκείνο και αφού είχαν τελειώσει με τις "εκκαθαρίσεις" του Πειραιά θα έμειναν στο κτήριο του Β΄ Γυμνασίου Αρρένων επί της οδού Αφεντούλη.

 Μάλιστα με την αποχώρησή τους αρκετοί τολμηροί νέοι της εποχής, έμπαιναν κρυφά στο σχολείο προκειμένου να βρουν τυχόν εφόδια που άφηναν οι στρατιώτες κατά την αποχώρησή τους.

Στις φονικές μάχες της Καστέλλας καταστράφηκε και ο ναός του Προφήτη Ηλία (ιστορία του από παλαιότερη ανάρτηση). 

Αφηγήσεις Πειραιωτών, όπως αυτοί κατέθεσαν την μαρτυρία τους στο ειδικό αφιέρωμα της εφημερίδας "Ελεύθερος Τύπος", μιλούν για Ινδούς που δεν γνώριζαν την τοπογραφία του Πειραιά και γιαυτό υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Είχαν δε ροπή προς λαφυραγώγηση.  Γιαυτό και πολλοί ηλικιωμένοι μέχρι σήμερα τους αναφέρουν με το όνομα "μελαμψές ακρίδες".

Η ημερομηνία που εμφανίζεται ως τελική για την κατάληψη του λόφου της Καστέλλας θεωρείται η 16η Δεκεμβρίου 1944, και όχι η 15η Δεκεμβρίου όπως εμφανίζεται σε πολλές πηγές, αφού από τα ημερολόγια των επιχειρήσεων  προκύπτει ότι την 15η Δεκεμβρίου γίνονταν προσπάθεια με κανονιοβολισμούς από τα πλοία, προκειμένου να γίνει "οικονομία αίματος" για τους Βρετανούς από μια ολομέτωπη επίθεση. 
Άλλωστε στις 16 Δεκεμβρίου υπάρχει τηλεγράφημα της από τον Πειραιά προς το Κεντρικό Αρχηγείο του ΕΛΑΣ που αναφέρει: "Κέντρο- Πειραιάς εκκενώθει, Προφήτης Ηλίας απωλέσθη, 4 γεμάτα σκάφη αφίχθηκαν στον Πειραιά. Στερούμεθα δυνάμεων, οπλισμού, πυρομαχικών, κατάστασις  πολύ σοβαρή".


Σχετικά με τους Ινδούς:

  • Στρατιώτες που επάνδρωναν τα "Ινδικά" Συντάγματα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ξεπέρασαν τους 2,5 εκατομ. άνδρες. Δεν ήταν όλοι Ινδοί αλλά και  400.000 ήταν Πακιστανοί καθότι η Ινδία τότε περιελάμβανε το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές και την Σρι Λάνκα αλλά υπό την ονομασία "Ινδοί" ήταν και άντρες από το Νεπάλ. Οι τελευταίοι αριθμούσαν  περί τους 112.000. 
  • Τους Ινδούς τους συναντούμε ξανά στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην Λέρο όταν αποτελούν της φρουρά της και πολέμησαν τους Γερμανούς, προκειμένου να αποτρέψουν την κατάληψή της.


Στην φωτογραφία βλέπουμε το Ιταλικό αντιτορπιλικό "Φραντζέσκο Κρίσπι" που κατελήφθη από τους Γερμανούς το 1943. Στην ίδια φωτογραφία καθισμένοι είναι Ινδοί Στρατιώτες και είναι οι "υπερασπιστές της Λέρου".

Παράδοξα μιας τρελής εποχής:

Ινδοί και Πακιστανοί κάτω από την Βρετανική σημαία πολέμησαν μαζί με τους Έλληνες τους Γερμανούς κατακτητές αλλά στην συνέχεια οι ίδιοι πολέμησαν εναντίον Ελλήνων Κομμουνιστών ενώ σήμερα διώκονται από αυτούς που απολαμβάνουν το αστικό καθεστώς που βοήθησαν και οι Ινδοί να εγκαθιδρυθεί για χάρη τους. Με την εδραίωση του αστικού καθεστώτος έχουμε σήμερα την αναβίωση του εθνικισμού και την δίωξη εκείνων που πολέμησαν για να το εγκαθιδρύσουν και που έχουν ως μόνους συμμάχους τους σήμερα τους αριστερούς που τους πολέμησαν το '44.  


"Το ταβερνάκι, η γλώσσα της ψυχής μας" της Νανάς Ιωαννίδου



Τώρα που η παλιά ταβέρνα έχει οριστικά χαθεί (η τωρινή διαφέρει, ως προς τις σχέσεις των ανθρώπων) και οι "γλεντζέδων παρέες" τους πάτησε το τραίνο, πρέπει να καταθέσουμε τις μαρτυρίες μας, μιας άλλης εποχής που ζήσαμε όχι νοσταλγώντας, γιατί η ζωή προχωρά μπροστά χωρίς να μας ρωτήσει και οι αλλαγές είναι ριζικές, αλλά σαν μνήμες μιας εποχής που έφυγε ανεπιστρεπτί.

Μετά τον πόλεμο και έως το '67 (μετά πολύ γρήγορα όλα άλλαξαν, τα γούστα μας έγιναν πολύ ακριβά!), εκτός των μεγάλων ιστορικών και πολιτικών γεγονότων, εδώ στην πρωτεύουσα οι άνθρωποι ζούσαν την καθημερινότητά τους και για ανθρώπινη επαφή και για επικοινωνία, είχαν την αυλίτσα του σπιτιού τους, τις γιορτές τους, τα καφενεία, μόνο τότε για άνδρες, φουλ από πρεφαδόρους και το Σάββατο επί το πλείστον, μοναχικοί άνθρωποι και φιλικές παρέες, έπρεπε να ραντιστούν από οίνο βαρελίσιο και οι τραγουδιστικές παρέες να ευφρανθούν από αυτόν και να τραγουδήσουν μέχρι πρωίας. 

Μιλάμε για εποχές όπου ακόμα δεν είχε δοθεί αμνηστία στους πολιτικούς κρατούμενους (το '62 δόθηκε και το '67 τους ξαναμάζεψαν) τηλεόραση δεν υπήρχε, ούτε τηλέφωνα είχαμε ακόμα και πολλοί ούτε ραδιόφωνο, μια και όταν δεν είχες να πληρώσεις την συνδρομή σου, ερχόταν ο υπάλληλος της ραδιοφωνίας και στο σφράγιζε !

Οι άνθρωποι προσπαθούσαν, αυτά τα χρόνια, να ζήσουν τις οικογένειές τους με πολύ απλά πράγματα, έτσι τα κουτουκάκια, οι μπακαλοταβέρνες, τα μαγέρικα, αλλά και τα υπόγεια καρβουνιάρικα που πουλούσαν κρασί, μ΄ ένα κεφτεδάκι, λίγες σαρδελίτσες παστές, πατατούλες τηγανιτές αλλά και μπακαλιάρο τηγανιτό παστό και μαριδάκι, προσπαθούσαν να ικανοποιήσουν τον πελάτη. 

Σε όλα αυτά καθοριστικό ρόλο έπαιζε το καλό βαρελίσιο κρασί για να μαζευτεί η παρέα. Αν δεν υπήρχε καλός μεζές στα κρασοπουλειά κανέναν πρόβλημα, οι τσέπες (!) όλων μας ήταν από λιχουδιές γεμάτες, από κεφτεδάκια έως στραγάλια και φιστίκια κι από κορνεμπίφ μέχρι τυρο-κοπανιστή !

50 χρόνια και φίλοι.. η Νανά με το ακορντεόν αριστερά


Ο Πειραιάς κι όλες οι συνοικίες του αυτή την εποχή πρωτοστατούσαν από κουτουκάκια, μπακαλοταβέρνες αλλά και ουκ εστιν αριθμός και από καρβουνιάρικα, όπου πουλούσαν και κρασί βαρελίσιο. Όλα, γύρω γύρω όλοι !

Στην οδό Σωτήρος, από χαμηλά και ψηλά ως τον Σταυρό, άνετα θα μπορούσες ν΄ αριθμήσεις και 15 μπακαλοταβερνάκια, εκεί κοντά και το ταβερνάκι του Σ. Μήτση, στο κέντρο στο Πασαλιμάνι δίπλα από τα νεώρια, της χήρας του Γραμματικόπουλου και δίπλα στην Όαση, το Σηράγγειον.

Στο Χατζηκυριάκειο του Βράκα, στον Άγιο Βασίλη του Βλάχου (Γαλατάς), στην Καλλίπολη του Παγήδα και του Τενόρου (Γαλανίδη), στα Ταμπούρια των (2) Χάιδου, Τρίμπαλη, Μπέση αλλά και η μπακαλοταβέρνα του Κωστάκη και του Σανοπόλη στην Αγχιάλου. Στην Αγία Σοφία του Λεμπεσιώτη και του Αναγνώστου, στα Καμίνια του Τσικλέα, όπου ένα αποκριάτικο βράδυ συνάντησα και την Άννα Καλουτά με παρέα της και τραγούδησε μαζί μας όλη την βραδιά, αλλά και του Μπαταγιάννη και του Χατζή κι άλλα κι άλλα....

Η Αθήνα είχε κι αυτή τα δικά της, εκτός από την Πλάκα, που εμείς δεν πηγαίναμε γιατί θέλαμε ησυχία να πούμε τα δικά μας ! Θυμάμαι και κάποιο καρβουνιάρικο (!) που πηγαίναμε στην οδό Μ. Βόδα, το παλιό του Κουτσουρόπουλου όπου εκτός του εκλεκτού κρασιού, οι βραδιές κυλούσαν με τραγούδι, αλλά και με ανθρώπους ταλαντούχους που έπαιζαν ολόκληρα μέρη από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη !
Τι Αποκριάτικες βραδιές εκεί ! Τι γέλιο !

Μέχρι πέρυσι all time Περουζέ

Στα Πατήσια ήταν το ξύλινο ταβερνάκι του Καλαματιανού, στον Κολωνό το παλιό της Κοταρού, στο Νέο Κόσμο το μπακάλικο του Καραλέκα και πίσω από τον Σταθμό Λαρίσης το παλιό μπακαλοταβερνάκι της ανεπανάληπτης Ντίνας που μια Τσικνοπέμπτη αποκλεισθήκαμε από χιόνι, έτσι το τραγούδι πήγε πραγματικά ως το πρωί, αφού ήπιαμε και τον καφέ μας κι έπειτα κατευθείαν στην δουλειά !

Αλλά και στην Αχαρνών του Μανωλά, στον Άγιο Αρτέμη το καρβουνιάρικο του Ηγούμενου, παντού γεμάτα η Αθήνα κι ο Πειραιάς από τέτοιου είδους εντευκτήρια.

Εκεί ξεδιπλωνόταν το τραγουδιστικό μας μεράκι και η χαρά της ύπαρξής μας ! Εκεί μίλαγε η γλώσσα της ψυχής μας, πίναμε το κρασάκι μας το βαρελίσιο με το μεζεδάκι, ευφραίναμε τας καρδίας μας που λέγαμε, τραγουδούσαμε με τα όργανά μας, κιθάρες, μαντολίνα, ακορντεόν  χειροκροτούσαν την παρέα μας οι θαμώνες, γινόμαστε στο τέλος όλοι ένα και από εκεί φεύγαμε γεμάτοι χαρά, αφού το συναίσθημα μας είχε απελευθερώσει όλες τις κόκκινες κορδέλες του.

Τέσσερις το πρωί και όρθιοι. Οι γλεντζέδες συνεχίζουν...Η Νανά έχει αφήσει το ακορντεόν και διευθύνει

Σαν σπουδαστές Ωδείων κλασικού τραγουδιού δύο ήταν τα σπουδαστήρια μας. Οι χορωδίες της εκκλησίας και αυτά τα εντευκτήρια, που πηγαίναμε με την παρέα μας, εδώ πρέπει να προσθέσω και μερικά ανδρικά ραφτάδικα του Πειραιά στην Τσαμαδού αλλά και προσφυγικά, όπου διασκεδάζοντας με κρασί και μεζέ ρεφενέ, γινόντουσαν βραδιές μουσικής μυσταγωγίας, με πρώτα μαντολίνα έναν ράφτη και έναν κουρέα και στις κιθάρες βέβαια Κερκυραίοι και μη νομίσετε ότι ο ράφτης και ο κουρέας και οι Κερκυραίοι ήταν κατώτεροι του Φον Κάραγιαν, δεν σήκωναν φάλτσο στο σπαθί τους ! Εδώ πρέπει να πω ότι εμείς του κλασικού τραγουδιού και του μπελ κάντο πριν μας συμφιλιώσει ο Μάνος Χατζιδάκις σνομπάραμε αγρίως τους λαϊκούς, δεν πατάγαμε σε εντευκτήριο όπου ακουγόταν μπουζούκι !
Μακριά από μας, λέγαμε οι τεκέδες !!!
Πολύ αργότερα τους αγαπήσαμε !

Όταν η ζωή σε παίρνει από το χέρι, δεν σε ρωτάει τι θα τα κάνεις τα όνειρά σου, απλώς σου δίνει την ελευθερία να παραμείνουν όνειρα και μπορεί να μην έκανα καριέρα σαν σοπράνο, ωστόσο είχα πάμπολλες αποθεώσεις ! Ιδού πως και που....μία από αυτές.
Δεκαενιάχρονη, την πάρτα, μου την έδωσε ένας κουρέας (ήταν συλλέκτης μουσικών βιβλίων μοναδικός), μου την δίδαξε όχι η δασκάλα μου στο Εθνικό, αλλά ένας ταχυδρόμος, έτσι πήγαινε η σκυτάλη, από την εμπειρία των παλιών, στους νεότερους, την όπερα του 1911 του Θεόφραστου Σακελλαρίδη "Περουζέ".

Σ΄ όλα τα μπακαλοταβερνάκια που καταφθάναμε με την παρέα μας, όταν ερχόταν το κέφι μας και αρχίζαμε να γινόμαστε όλοι ένα, μετά από τα πρώτα στάδια κατά τα μεσάνυχτα, άρχιζαν τα solo ! Δύο άνδρες να κρατούν ένα τσουβάλι δεξιά αριστερά σε μια γωνιά, ήταν η κουΐντα !

Τα μαντολίνα κι οι κιθάρες να κουρντίζουν στο σολ μινόρε και από πίσω από την κουΐντα στα πλάγια να ξεπροβάλλει ο ταχυδρόμος ! Φοβερός βαρύτονος 2 μέτρα άντρας, με μουσικές σπουδές στην Ιταλία και με στεντόρεια φωνή, ν΄ αρχίζει το ρόλο του! "Έλα Περουζέ, έλα να μας πεις ένα παραμύθι" και να αρχίζω την Άρια "Νεράιδα του γιαλού".

Βαγγελίστρα μου σουξέ! έγινε το σήμα κατατεθέν μου, σ΄ όλη μου τη ζωή!
Βέβαια τούτες οι βραδιές διανθίζονταν με πολλή ποίηση αλλά και ενσταντανέ από μια ξεκούρντιστη κιθάρα και να τραγουδά ένας χαριτωμένα σε στυλ ρετσιτατίβο, σόκιν!
Τι ταλέντα ανθρώπων συνάντησα σ΄ αυτά τα ταβερνάκια, από μόνοι τους να γνωρίζουν ολόκληρες οπερέτες  από μόνοι τους να γνωρίζουν τα μέτρα, τον τόνο, τα λόγια! Κινητές μουσικές εγκυκλοπαίδειες και θυμάμαι έναν μοναχικό τύπο, ερασιτέχνης, τον Νίκο Τρίμη, να τραγουδά μαζί μας σε τέσσερις γλώσσες, χιλιάδες τραγούδια και η προφορά κάθε γλώσσας ν΄  αλλάζει! η δε κιθάρα του αξεπέραστη! Ήταν πολύ φτωχός, γιατί είχε κάποιες οικογενειακές ατυχίες και πάντα τον πέρναμε μαζί μας, γιατί εκτιμούσαμε το ταλέντο του και το μερίδιό του το βάζαμε όλοι στο ρεφενέ μας. Στα τελευταία του, μας έπαιζε και τραγουδούσε καταπληκτικά, δικής του ενορχήστρωσης φλαμένκο.

Στιγμές άφθονου γέλιου, όπου τρώγαμε στα παραγκάκια του Περάματος, μαριδάκι τηγανιτό ανάμικτο με μπόλικα φύκια, πεντανόστιμο ή ο ηθοποιός μας Ηλίας Λογοθέτης που ήθελε στο μπακάλικο της Ντίνας Απόκριες  στις 4 το πρωί να πει "της Κολομπίνας το φιλί" και να τον συνοδεύω πρίμο στο ρεφραίν και να μου ψιθυρίζει, στο "αίμα" στακάτο !!!

Ε, αυτά ήταν τα αντίβαρα της καθημερινότητάς μας, που ήταν μεν αρκετά σκληρή, αλλά είχε απέραντη ανθρωπιά....
Και αν είμαστε, το σύνολο των ανθρώπων που γνωρίσαμε και ζωή είναι, ΟΤΙ ζήσαμε μαζί τους, πολύ χαίρομαι που η υγεία, σε αυτήν την ηλικία, μου δίνει τη χαρά να θυμάμαι και να υπάρχουν μαζί μου οι φίλοι μου...όσο θα υπάρχω.

Η Χαμοζωή του Πειραιά (του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου)

Η "Χαμοζωή " του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου δίνει μια εικόνα του Πειραιά του 1913 της ασετιλίνης, της οκάς και του κουρέματος των αγοριών με την ψιλή



Του Στέφανου Μίλεση

Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος (1901-1982) ξεκίνησε την διαδρομή της ζωής του από το Αιτωλικό της Αιτωλοακαρνανίας, αλλά στην παιδική του ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του αρχικά στον Πειραιά και έπειτα στην Αθήνα όπου και σπούδασε στην Φιλοσοφική Σχολή. Την διαμονή του στον Πειραιά την αναπλάθει στο μυθιστόρημα "Χαμοζωή" που αποτελεί το ένα μέρος αυτοβιογραφικής του τριλογίας (τα άλλα δύο μέρη είναι η Αστροφεγγιά και Αιχμάλωτοι).

Η πρώτη έκδοση του βιβλίου το 1945

Η "Χαμοζωή" (φτωχική ζωή με στερήσεις) αναφέρεται σε γεγονότα μικρής χρονικά περιόδου στον Πειραιά του 1913 περίπου ( η χρονολόγηση προκύπτει από την ίδια την αφήγηση όταν αναφέρεται στη δολοφονία του βασιλιά στη Θεσσαλονίκη και που φυσικά εννοείται η δολοφονία του Γεωργίου Α΄ τον Μάρτιο του 1913). 

Ο Παναγιωτόπουλος μας ξεναγεί στις τρεις κάμαρες στην σειρά που έμενε με νοίκι 14 δραχμές, στον Πειραιά της ασετιλίνης,  του νερού από το πηγάδι ("μια πεντάρα η στάμνα"), της οκάς και του κουρέματος των αγοριών με την ψιλή. Στον Πειραιά όπου ο αυστηρός δάσκαλος κυκλοφορεί πάντα με τον χάρακα στο χέρι και τιμωρεί τους μαθητές ακόμη και την περίοδο των καλοκαιρινών διακοπών.



Ο μικρόκοσμος αυτού του μόχθου (ο Πειραιάς το 1900 διαθέτει 86 εργοστάσια), δουλεύει στην φάμπρικα του μπαμπακιού (από την δεκαετία του 1860 εξάγεται διεθνώς το "μπαμπάκι Πειραιώς") για μεροκάματο εξήντα λεπτά, σε εξαιρετικές περιπτώσεις μία δραχμή και ογδόντα λεπτά ή στο εργοστάσιο κεραμιδιών ("κέραμοι τύπου Μασσαλίας") ή στον μύλο (ο πρώτος αλευρόμυλος στον Πειραιά λειτουργούσε ήδη από το 1860) ή αναζητά καλύτερη ζωή μπαρκάροντας σε σκυλοπνίχτες, σε καρβουνιάρικα ή στα πρώτα ατμόπλοια που πραγματοποιούν υπερπόντια ταξίδια. 



Η εργατιά του Πειραιά, διασκεδάζει τις ελεύθερες ώρες της χαζεύοντας τις σπιταρόνες στο Λιμάνι ή περιμένει να δει το θέαμα που παρουσιάζουν πλανόδιοι:

-Περνούσαν κι οι αρκουδιάρηδες με τις βαριές αλυσίδες και τα βροντόλαλα ντέφια και τις ολόρθες κατσουφιασμένες αρκούδες και τους μελαμψούς αρκουδιάρηδες...

ή τις γιορτές της αποκριάς που κρατούσαν τρεις εβδομάδες:

-Στήνονταν το γαϊτανάκι στην πλατεία της εκκλησίας, ένα κοντάρι στη μέση κι ολόγυρά του ένα σωρό παλιάτσοι που χορεύανε κρατώντας τις χρωματιστές κορδέλες που πέφτανε από το κεφάλι του κονταριού σαν ένα κύμα πολύχρωμο...

-Τρεις βδομάδες ολάκερες την περνούσαμε μια χαρά, πότε με το ΄να, πότε με τ΄ άλλο. Ακολουθώντας την γκαμήλα ή βλέποντας στο παραγκάκι τις κούκλες, τις μαριονέτες, που το ΄στηνε κάποιος χασομέρης σε γωνία του δρόμου και χτυπούσε το κουδουνάκι του και συμμάζευε τη μαρίδα..

Στους δρόμους μια μορφή διασκέδασης ήταν και οι ρομβίες (πρόδρομος της λατέρνας) που έπαιζαν τα ίδια και τα ίδια όπως "από τα πολλά που μου ΄χεις κανωμένα -δε σε θέλω πια", "θάλασσα λεβεντοπνίχτρα, θάλασσα φαρμακερή" και "κυνηγός που κυνηγούσε εις τα δάση μια φορά, έτυχε να συναντήσει μια μικρή καλογριά".


Στον Πειραιά του 1913 υπάρχουν ακόμα αρχοντικά σπίτια στην οδό Θεόδωρου Ρετσίνα και στη Λεύκα, ενώ έντονες είναι οι αναφορές για τις συνοικίες Υδραίικα και Χιώτικα. Στους καφενέδες κυριαρχούν στους τοίχους λιθογραφίες με θέματα όπως "η Αθώα Γενοβέφα", "Καλλονή του Καυκάσου" και "Κυρά Φροσύνη" ενώ οι θαμώνες διαβάζουν μετά μανίας της εφημερίδες "Πατρίς" του Σίμου, το "Εμπρός" του Καλαποθάκη, τον "Χρόνο" του Χαιρόπουλου και την εφημερίδα "Σκριπ" που είναι στερεωμένες πάνω σε τελάρα. Οι περισσότεροι εγκαταλείπουν τους καφενέδες μόλις ο φανοκόρος ανάψει τα φανάρια του γκαζιού στους δρόμους.

Έντονες επίσης είναι οι αναφορές στα ήθη και στα έθιμα των Πειραιωτών που τα κρατούσαν ευλαβικά, σε μια κοινωνία που δεν θυμίζει σε τίποτα "αστικό περιβάλλον", καθότι διαφαίνεται καθαρά ότι περιγράφει μια κοινωνία "κλειστή" σχεδόν με χαρακτηριστικά επαρχίας. Μιας επαρχίας νησιωτικής που ο καθένας φέρνει μαζί του, από τον τόπο καταγωγής.

Οι γάμοι γίνονταν στα σπίτια και ακολουθούσε γλέντι μέχρι "πρωίας", στα σπίτια πήγαιναν και τον νεκρό, την Μεγάλη Παρασκευή έπιναν τρία ποτήρια νερό, ένα το πρωί, ένα το μεσημέρι και ένα το βράδυ πριν από τον Επιτάφιο και τίποτα άλλο. 
-Αν μας έβρισκε ο δάσκαλος ή ο Παππάς στον δρόμο, μας άνοιγε το στόμα κι έχωνε τη μύτη του μέσα κει κι οσμιζόταν, μπας και φάγαμε λάδι κι αμαρτήσαμε... 


Ντροπή ήταν η γυναίκα να γυρίζει στους δρόμους αστεφάνωτη, αλλά και η στεφανωμένη έπρεπε να πηγαίνει μόνο στην αγορά. Τα κουτσομπολιά έδιναν κι έπαιρναν και ένα μόνο σχόλιο ήταν αρκετό για να σου βγει άσχημη φήμη
-Καλέ εχθές στα Υδραίικα είδα γυναίκα στεφανωμένη να τριγυρίζει.... 
Για να γλιτώσεις από μια τέτοια φήμη η μόνη σωτηρία ήταν να αλλάξεις γειτονιά. Και όταν λέμε γειτονιά εννοούμε συνοικία καθώς ο όρος "γειτονιά" περιελάμβανε τα όρια σημερινής ενορίας.

Κύρια πηγή κουτσομπολιού ήταν τα πηγάδια, από τα οποία συνήθως ο ιδιοκτήτης που πούλαγε το νερό με την στάμνα (μια πεντάρα η στάμνα), ενημερώνονταν για όλες τις εξελίξεις της "γειτονιάς" που συνήθως φρόντιζε επιμελώς να αναπαράγει.

Τα πηγάδια (αποτελούσαν την κύρια τροφοδοσία νερού) χωρίζονταν σε Δημόσια και ιδιωτικά. Στα ιδιωτικά χρέωναν μια πεντάρα την στάμνα και η εξυπηρέτηση ήταν άμεση. Στα Δημόσια μειονέκτημα ήταν ότι θα έπρεπε να περιμένεις ώρα για την τροφοδοσία νερού, λόγω του κόσμου που υπήρχε καθώς και η απόσταση που έπρεπε να καλύψεις
(φωτογραφία από την Ακτή Ξαβερίου)

Η κοινωνία είναι απολύτως ταξική, όπου διαχωρίζονται οι "μεγαλοσιάνοι" από τους "παρακατιανούς", όπου ο απόφοιτος σχολείου είναι πρόσωπο αξιοσέβαστο, ο "γραμματικός" εγγυάται στην φτωχή εργάτρια - που αξιοποιεί ως διαβατήριο την ομορφιά της- μια καλύτερη ζωή.

Σε ένα Πειραιά όπου ο κόσμος διαχωρίζονταν σε "μεγαλοσιάνους" και "παρακατιανούς". Σε έναν Πειραιά που από την μια διέθετε αρχοντικά του Τσίλερ και από την άλλη χαμόσπιτα και παραπήγματα

Στοιχεία από τον Πειραιά του 1913 είναι επίσης ότι οι "γνωριμίες" που ανοίγουν τις πόρτες των Δημοσίων Υπηρεσιών, ο παράνομος χρηματισμός, το πάχος δείχνει ευρωστία, η ασθένεια είναι οικονομικά καταστροφική (για να γιάνεις χρειάζεσαι πολλά, είναι πλούσιο πράμα η αρρώστια), το λουκούμι μεγάλη πολυτέλεια.

Η αφήγηση στη Χαμοζωή ξεκινά με το κείμενο αυτό που για μας θα αποτελέσει τον επίλογο της ανάρτησης μας.

Είναι χρόνια πολλά, μπορεί και τριάντα, που δεν ξαναπήγα σε κείνη τη γειτονιά. Την άφησα έτσι, μέσα στη θύμηση, μέσα στα δάκρυα. Να μένει απείραχτη από τον καιρό και να την συλλογιέμαι, σαν παίρνει να χειμωνιάζει, κάτου από τα φώτα, που ανάβει ένα ένα ο φανοκόρος με το μαγικό του ραβδάκι...

"Κηφισός και παλιές μαρτυρίες" της Νανάς Ιωαννίδου


Ο Κηφισός είναι το ποτάμι της Αττικής που ζωγράφισε τη ζωή των ανθρώπων της, από τ΄ αρχαία χρόνια. Δεν είναι μόνο το φυσικό όριο εδώ μεταξύ Αθηνών και Πειραιώς στα χαμηλά μέρη της εκβολής του, αλλά και άρρηκτα συνδεδεμένος με τη διαμόρφωση του Πειραιά ως σήμερα.

Κατά τη διάρκεια της τεταρτογενούς γεωλογικής περιόδου, διαβάζω, ολόκληρη η περιοχή του Πειραιά μέχρι το σημερινό Μοσχάτο, περιβαλλόταν από θάλασσα και πολλές αρχαίες μαρτυρίες έχουν γράψει ότι ο Πειραιάς ήταν νησί, όπως ο Στράβων που αναφέρει "τον τε Πειραιά νησιάζοντα πρότερον και πέραν της ακτής κείμενον", αλλά και ο λεξικογράφος Σουίδας "ην πρότερον, ο Πειραιεύς νήσος, όθεν και τούνομα είληφεν από το Διαπεράν". 

Οι διαρκείς προσχώσεις δεν του Κηφισού και άλλων χειμάρρων έγιναν αφορμή να δημιουργηθεί με το πέρασμα των αιώνων η ακτή του Νέου Φαλήρου και να ενωθεί η νήσος Πειραιά με τον κορμό της κεντρικής Ελλάδας !
Ακόμα όμως υπάρχει και η μαρτυρία και γραπτά ως τα χρόνια των παππούδων μου για την κεντρική έκταση μεταξύ Νέου Φαλήρου και Πειραιά η γνωστή τοποθεσία ως Αλίπεδον (εξ ου και η οδός Αλιπέδου), περιοχή σκεπασμένη με έλη και αδιάβατη και υπάρχει γραπτή μαρτυρία από Αρποκρατίονα για το Αλίπεδον "ος πάλαι μεν ην θάλασσα, αύθις δεν πεδίον εγένετο"....

Στα χρόνια του Όθωνα, έχουμε γκραβούρες για το μαγευτικό τοπίο του ποταμού όπου κι αν περνούσε κι έχω δει μια γκραβούρα έφιπποι ο Όθων και η Αμαλία και όλη η κουστωδία τους, να βολτάρουν στο ποτάμι, σε ονειρική τοποθεσία !

Πως φθάσαμε στη σημερινή κακοποίηση του φυσικού περιβάλλοντος, που από ονειρικές τοποθεσίες επιλέξαμε τον εγκιβωτισμό του ποταμού; Ε, αυτό ανήκει στο ταμπεραμέντο των σύγχρονων κρατούντων ! Ήμουν νιά και γέρασα! που λέει και ο λαός μας και πόσες δεκάδες ομιλίες ακούσαμε για τον Κηφισό, πόσες περιβαλλοντικές μελέτες διαβάσαμε, τι αναπλάσεις επί χάρτου είδαμε, τι εναλλακτικές προτάσεις, τι Δήμοι, τι Υπεχωδε, τι δε μάθαμε για αντιπλημμυρική ασπίδα! τι επιστημονικές κοινότητες έγραψαν για αλλαγές μικροκλίματος, υπογειοποίηση του Κηφισού ίσον θάνατος του περιβάλλοντος, υπουργικές αποφάσεις συγκρουόμενες και βέβαια η επιστημονική κοινότητα είχε ταχθεί πάντα ενάντια σ΄ αυτή τη σημερινή μορφή και το καλύτερο το έχει πει ο ειδικός καθηγητής Κ. Χατζημπίρος "ότι στο μέλλον οι επόμενες γενιές θα κινηθούν, για το πως θα ξανανοίξει το ποτάμι και τότε θα γίνει πάρκο κοινωνικής δικαιοσύνης"!

Ο Κηφισός σήμερα σε τίποτα δεν θυμίζει το ποτάμι εκείνο που ο Όθωνας με την Αμαλία έφιπποι  έκαναν βόλτα στις ονειρικές ακτές του

Εγώ πρόλαβα το ποτάμι, στις όχθες του, με κάγκελα ξύλινα πράσινα από κορμούς δένδρων, εδώ στην εκβολή του Νέου Φαλήρου, δεξιά και αριστερά, ως την οδό Πειραιώς. Στις δύο πλευρές του υπήρχαν πανύψηλοι ευκάλυπτοι, όπου όλοι οι ερωτευμένοι χάραζαν το μονόγραμμα τους μέσα σε σχήμα καρδιάς, σημείο αναφοράς της αγάπης τους !
Ο ατμοηλεκτρικός σταθμός Νέου Φαλήρου, τις εποχές του '60 μέσα στο ποτάμι έριχνε τα ζεστά νερά του και μάζευε από όλα τα προάστια κόσμο για να ανακουφίσει τ΄ αρθριτικά και τα ρευματικά του !

Πρόλαβα και τους ντόπιους ξυπόλυτους ψαράδες του, με σηκωμένα τα μπατζάκια τους, που πουλούσαν κέφαλους στις γύρω γειτονίες, και που ψάρευαν γύρω στην εκβολή του. Ακριβώς επάνω στην Ποσειδώνος, υπήρχε και ένα τσιμεντένιο κιόσκι που το λέγαμε "Φόρος". Πολλά έχουν γραφεί για αυτόν τον Φόρο. Δηλαδή τι είδους φόρο έπαιρνε και από ποιους διερχόμενους; από Πειραιά για Αθήνα, μια και ήταν εκεί το σύνορο ! Εγώ το έζησα βλέποντας τα χρόνια του '50 - '60 έναν υπάλληλο μέσα, χωρίς να παίρνει φόρους!
Ακόμα και οι γύρω δήμοι έχουν γράψει αντιφατικές πληροφορίες. Πέρυσι έλαβα μια πληροφορία από έναν ηλικιωμένο Μοσχατιώτη κάτι που δεν είχα ξανακούσει, ότι σταματούσε όλα τα διερχόμενα φορτηγά κ.τ.λ. για να πληρώσουν τον φόρο καπνού! κι αυτό μου πάει καλύτερα από τα πετρελαιοειδή ή τον φόρο ζαρζαβατικών που έχω δει γραμμένα κατά καιρούς. 

Σας χαρίζω και μια σχολική φωτογραφία μου, ακριβώς λίγα μέτρα από την εκβολή! 
Μαθήτρια το '55 (όρθια με την ποδιά). Στο βάθος με τον κώνο το σπίτι του Ιωάννη Μεταξά στο Νέο Φάληρο, δεξιά το τραμ το κίτρινο που πήγαινε Αθήνα, το λευκό κρηπίδωμα που φαίνεται στο βάθος είναι η εκβολή του Κηφισού και δίπλα μέσα στην θάλασσα το μικρό σπιτάκι, το αντλιοστάσιο της ΗΕΑΠ που το λέγαμε χαβούζα. Την άμμο που πατάμε στη φωτογραφία, είναι η φυσική ακρογιαλιά του όρμου του Φαλήρου, πριν γίνει Μπετόν - Αρμέ! Ανάμεσα σε Μοσχάτο - Νέο Φάληρο. Εδώ είναι τα λημέρια μου, από τα παιδικά μου χρόνια και που εύχομαι οι γενιές που έρχονται να ζήσουν σε πάρκο κοινωνικής δικαιοσύνης που λέει ο Καθηγητής Χατζημπίρος και στο ποτάμι μας να καθρεπτίζεται ξανά με όλες τους τις αποχρώσεις, ο γαλάζιος ουρανός μας.    

Παράρτημα φωτογραφιών:

Η παλιά παραλία του Νέου Φαλήρου, έχει καλυφθεί σήμερα από τσιμεντένιους κώνους που θυμίζουν αντιαρματικές οχυρώσεις πολέμου
Ένα μικρό μέρος ακτής έχει μείνει με πρόσβαση στην θάλασσα πίσω από το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας
Άποψη του Κηφισού σήμερα!! Ένα αίσχος


Πλατεία Σταυρού Προφήτη Ηλία (Φωτογραφικό οδοιπορικό-Μαρτυρίες)

Η πιο ανηφορική και πιο σύντομη οδός στον Πειραιά που ενώνει τον Λιμένα Ζέας με την κορυφή του λόφου Καστέλλας, διατηρείται μέχρι σήμερα με μόνη προσθήκη τις οδοκλίμακες (φωτογραφία από koutouzis.gr)


Του Στέφανου Μίλεση

Ξεκινάμε να ανεβαίνουμε από το Πασαλιμάνι την οδό Θρασυβούλου. Είναι η μικρή οδός, τελείως ανηφορική που κατά τον αρχικό σχεδιασμό της οδηγούσε τον περιπατητή κατευθείαν από το Πασαλιμάνι, στην κορυφή του λόφου της Καστέλλας και μετέπειτα στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία. Και σήμερα ακόμα αν δεν υπήρχαν στην μέση κάποια σπίτια που έγιναν μεταγενέστερα στην οδό Σφακίων, η οδός αυτή θα σε έβγαζε κατευθείαν στην κορυφή του λόφου του Προφήτη Ηλία.

Το όνομα του αρχαίου αυτού πολιτικού δόθηκε συγκεκριμένα σε αυτόν τον δρόμο του Πειραιά, γιατί ο Θρασύβουλος γνωστός για τα δημοκρατικά του πιστεύω και κορυφαίος Ναύαρχος, μετά την επικράτηση των ολιγαρχικών στην Αθήνα (Τριάκοντα τύραννοι), που τους είχαν τοποθετήσει οι νικητές του Πελοποννησιακού πολέμου Σπαρτιάτες, αντέδρασε οργανώνοντας στρατό εξόριστων και με εφαλτήριο τον Πειραιά το 403 π.χ. (εδώ αποβιβάστηκε), απελευθέρωσε την Αθήνα από την τυραννία.  Όταν έφθασε ο Θρασύβουλος στον Πειραιά οχυρώθηκε στον λόφο της Καστέλλας (Μουνιχίας λέγονταν τότε) κορυφαία στρατηγική θέση. Οι Σπαρτιάτες προέλασαν στον Πειραιά για τον αντιμετωπίσουν αλλά ο Θρασύβουλος και οι άνδρες του αν και αριθμητικά λιγότεροι (1 προς 5) λόγω θέσης, έτρεψαν σε φυγή τους Σπαρτιάτες και σκότωσαν και τον Κριτία που στην ουσία ήταν ο αρχηγός των Τριάκοντα. (Μέχρι σήμερα υπάρχει στον Κεραμεικό -δρόμος προς Δίπυλο- ο τάφος των Σπαρτιατών από την Μάχη αυτή)

Ανηφόρα, σκαλιά ξανά ανηφόρα και ξανά σκαλιά. Τα σκαλιά δρόμων πολεοδομικά ονομάζονται "οδοκλίμακες". Κάπου λίγο πριν φτάσεις στην κορυφή συναντάς μια μικρή πλατεία. Είναι η Πλατεία Σταυρού που έχει λάβει το όνομά της από την εκκλησία του Τιμίου Σταυρού, που δεσπόζει στο κέντρο της.  

Η Εκκλησία του Τιμίου Σταυρού στην Πλατεία Σταυρού

Είναι παράξενο που και το μικρότερο σημείο στον Πειραιά γράφει ένα μέρος από την ιστορία της πόλης. Στην πλατεία αυτή την δεκαετία του '50 υπήρχε μία ταβέρνα εξίσου γνωστή και διάσημη -για τους παλαιότερους- όσο και η Σπηλιά του Παρασκευά ή η Βασίλαινα. Ήταν η ταβέρνα του Γιώργου Καμαράδου. Λίγο πιο πάνω και δεξιά ήταν η ταβέρνα Πιπεριές. Στου Καμαράδου όμως πήγαιναν οι "ψαγμένοι". Την ίδια εποχή που ο Ωνάσης, η Κάλλας και η Γκρέις Κέλι του Μονακό, έκαναν γνωστή την παρουσία τους, κάτω από τα φώτα των φωτογραφικών μηχανών των δημοσιογράφων, επισκεπτόμενοι την "Σπηλιά του Παρασκευά", την επόμενη μέρα πήγαιναν στου Καμαράδου, να πιουν την ρετσίνα τους μακριά από την δημοσιότητα.  

Σε αυτό το ξέφωτο τοποθετούσε τα τραπέζια του το καλοκαίρι ο Γιώργης Καμαράδος. Από εδώ πέρασαν τα μεγαλύτερα ονόματα της εγχώριας και διεθνούς σκηνής. Τραγουδιστές, καλλιτέχνες, ηθοποιοί, Πρωθυπουργοί και άλλοι πολιτικοί ήταν πελάτες στην Ταβέρνα του Καμαράδου
Γεώργιος Παπανδρέου, Σοφοκλής Βενιζέλος και άλλοι πολιτικοί σε δείπνο στο κέντρο του Καμαράδου (1963)

Ο Γιώργος Κροκίδας, παλιός κάτοικος της περιοχής και ιδιοκτήτης της άλλης ταβέρνας (Πιπεριές), δεν μπορούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό του, για τις δόξες που γνώρισε αυτή η μικρή πλατεία. Ο ίδιος Επίτροπος της Εκκλησίας του Σταυρού (όπως την λένε για συντομία) από το 1982 έως το 1992 μας φιλοξενεί στο μικρό καταφύγιό του -έναν χώρο με τις προσωπικές του αναμνήσεις-. Ένθερμος Πειραιώτης διατηρεί πλήθος φωτογραφιών από τις χρυσές δεκαετίες του '50 και '60 για τον Πειραιά.

Ο Γιώργος Κροκίδας στον ιδιαίτερο χώρο "αναμνήσεων" που διατηρεί στην Πλατεία Σταυρού, διασώζει τις μνήμες του παλιού Πειραιά από τον χρόνο
Ο Κροκίδας μας μιλά και για την εκκλησία του Τιμίου Σταυρού, η οποία όπως μας λέει, δεν λειτούργησε ποτέ ανταγωνιστικά με την κοντινή του Προφήτη Ηλία, αλλά πάντα συμπληρωματικά. Γιαυτό και είτε με τον βομβαρδισμό των Γερμανών το '41, είτε με τα Δεκεμβριανά του '44, που ο ναός του Προφήτη Ηλία καταστράφηκε, η εκκλησία του Σταυρού, κλήθηκε να καλύψει τις ανάγκες των κατοίκων της περιοχής. Ο ναός του Τιμίου Σταυρού, που συναντούμε σήμερα είναι μεταγενέστερος, αφού στην ίδια θέση, υπήρχε άλλος, κατασκευασμένος όμως από ξύλο.

Σχέδιο του ναού του Τιμίου Σταυρού που υπήρχε στην θέση της σημερινής εκκλησίας
Ένα από τα πολλά εκθέματα που διατηρεί ο Κροκίδας στον προσωπικό του χώρο. Ο Σκυλίτσης μπροστά στο θέατρο "Σκυλίτσειον" πριν την μετονομασία του σε Βεάκειο. 
"ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ" 8/7/1937 γράφει η Καμπάνα στο ναό του Τιμίου Σταυρού. Οι συνεχείς καταστροφές και ανακατασκευές στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία, "δώρισαν" στην αδελφή εκκλησία του Τιμίου Σταυρού, καμπάνες και άλλα λειτουργικά σκεύη
Η Πλατεία Σταυρού, διαμορφώθηκε επί Δημαρχίας Παπασπύρου το 1986 όπως αναγράφει και η σπασμένη πλάκα που έχει απομείνει ασβεστωμένη στον τοίχο
Η παρούσα ανάρτηση, αποτελεί προϊόν έρευνας από το PIREORAMA και η αντιγραφή της ή μέρους αυτής, επιτρέπεται μόνο κατόπιν αναφοράς στην Πηγή Προέλευσης.