"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Οι πειραιώτικες ιστορίες του Κουταλιανού

Ο Παναγής Κουταλιανός σε λαϊκή λιθογραφία απεικονίζεται
σε ένα από τα πιο διάσημα κατορθώματά του

Του Στέφανου Μίλεση

Ο Παναγιώτης Καλλιοντζής είχε γεννηθεί το 1847 στην Κούταλη του Μαρμαρά γι' αυτό και αργότερα όταν έγινε γνωστός αθλητής της Άρσης Βαρών, έλαβε το όνομα Κουταλιανός. Ο άνθρωπος με τα σιδερένια χέρια και την παγκόσμια φήμη που για τα κατορθώματά του έχουν ειπωθεί και έχουν γραφτεί τόσα, να αναφερθεί κάτι που στις βιογραφίες του σπανίως αναφέρεται, πως από το καλοκαίρι του 1900 είχε καταφθάσει στον Πειραιά, όπου αγόρασε σπίτι δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Διονυσίου. Το σπίτι εκείνο έβλεπε από το παράθυρο το νεκροταφείο καθώς το κοιμητήριο του Πειραιά βρισκόταν τότε στον Άγιο Διονύσιο πριν μεταφερθεί στην Ανάσταση. 

Η επιλογή του Κουταλιανού να στήσει στο σπίτι του στον Πειραιά, είχε να κάνει με το γεγονός πως εδώ μόνο μπορούσε να συνδυάσει μετακίνηση με πλοίο σε όλους τους προορισμούς τόσο της Ελλάδας όσο και του εξωτερικού. Επίσης διέθετε και δικό του καΐκι με το οποίο έπιανε τα λιμάνια του Αιγαίου για να δώσει τις παραστάσεις του. 

Έτσι ο Παναγής Κουταλιανός εγκατέστησε την οικογένειά του στον Άγιο Διονύση και ο ίδιος επιλέγοντας το μέσο ταξιδιού του, περιόδευε διαρκώς, δίνοντας παραστάσεις, γεμίζοντας θέατρα, σχολεία και πλατείες με κόσμο που ήθελε να τον δει από κοντά. Σε μια από εκείνες τις παραστάσεις ήταν, όταν στην Σάμο εξετέλεσε την επίδειξη που σήκωσε τα τρία κανόνια ταυτόχρονα και έριξε από το καθένα ξεχωριστά από μια βολή. Το κατόρθωμά του αυτό απεικονίστηκε σε λαϊκή λιθογραφία (πρώτη εικόνα ανάρτησης).

Μετά ακριβώς από την Σάμο έφυγε με το καΐκι για την Χίο όπου ο Κουταλιανός έλαβε τα νέα πως η μητέρα του στον Πειραιά είχε αρρωστήσει. Γύρισε από την Χίο με το καΐκι, την πήρε και την πήγε στην Σύρο για καθαρό αέρα όπου έμεινε για δύο μήνες εκεί, καθώς διαγνώσθηκε πως η μητέρας έπασχε από τύφο. Στο μεταξύ ο Κουταλιανός συνέχιζε τις περιοδείες σε όλη την χώρα έχοντας πάντα κέντρο τον Πειραιά. Σε έναν από τους τόπους που βρέθηκε ήταν και η Ζάκυνθος όπου ο εφοπλιστής Νίκος Σταθάτος προσφέρθηκε να τον παραλάβει με το φορτηγό καράβι του και να τον φέρει πίσω στον Πειραιά. Εκεί ο Κουταλιανός όταν έπληττε κατέβαινε κάτω στο μηχανοστάσιο του πλοίου και δοκίμαζε την δύναμή του με βαριά σιδερένια αντικείμενα. Οι θερμαστές του πλοίου όταν τον έβλεπαν του φώναζαν:

- Τώρα που είσαι εσύ εδώ, ούτε εμείς οι θερμαστές χρειαζόμαστε, ούτε ο ατμός για να κινήσει το πλοίο, σαν θελήσεις το πας εσύ στον προορισμό του!

Με αυτό το φορτηγό έφθασε πίσω ο Κουταλιανός στον Πειραιά και στο σπίτι του στον Άγιο Διονύση. Λίγες ημέρες αργότερα, ξανάφυγε από τον Πειραιά σιδηροδρομικώς για το Ναύπλιο για νέες παραστάσεις. Όμως και τον λίγο καιρό που καθόταν στο σπίτι του ο Κουταλιανός όλα τα παιδιά του Αγίου Διονυσίου ήθελαν να τον αγγίξουν για να το λένε αργότερα.

 - Άγγιξα τον Κουταλιανό!

Και ο Παναγής για να τους κάνει το κέφι, σήκωνε ότι έβρισκε μπροστά του! Εκεί σε αυτές τις γειτονιές ήταν που τα παιδιά φώναζαν

- Ο Κουταλιανός μασάει και χωνεύει σίδερα! Και αυτό το σύνθημα ήταν που χρόνια αργότερα παραλλαγμένο έγινε γνωστό τραγούδι!

Το καλοκαίρι του 1903 πήρε το καράβι της γραμμής από τον Πειραιά και έφθασε στην Κωστάντζα. Εκεί σε έναν Δήμο που ονομαζόταν Σουλινά, ήταν που σήκωσε σε ύψος ενός μέτρου, δύο σειρές καθισμάτων με οκτώ θεατές να κάθονται πάνω τους. Την επόμενη ημέρα το Δημοτικό Συμβούλιο τον ανακήρυξε επίτιμο δημότη του Σουλινά. Και ο Κουταλιανός από ευχαρίστηση έδινε φιλανθρωπικές παραστάσεις με σκοπό την ενίσχυση των ιδρυμάτων της πόλης.

Ο Παναγής Κουταλιανός στις δάφνες του ως Πρωταθλητής
ενώ με πόδια του πατάει τα γνωστά κανόνια του κατορθώματος του της Σάμου


Κάποτε ο Κουταλιανός κατέπεσε σωματικά. Αποφάσισε τότε να διακόψει τις περιοδείες και να εγκατασταθεί μόνιμα στον Πειραιά. Ο ίδιος σε όλη του την ζωή έλεγε πως τον έθελγε περισσότερο το λαϊκό περιβάλλον του Πειραιά από ότι το ετικετταρισμένο περιβάλλον της Αθήνας. Χωρίς να αφήσει το σπίτι του στο λιμάνι στον Άγιο Διονύση ακόμη, νοίκιασε μια μονοκατοικία στην Οδό Κουντουριώτου. 

Την περίοδο εκείνη πίστεψε πως το όνομα που είχε δημιουργήσει, θα ήταν αρκετό για να του επιφέρει κάποια τιμητική σύνταξη στην Ελλάδα, ή τον διορισμό του έστω και κάποιο γυμναστήριο άρσης βαρών. Όταν όμως οι απαντήσεις που λάμβανε ήταν όλες αρνητικές, κατασκεύασε νέα βάρη και μπάρες στα μηχανοποιεία του Τζων Μακ Δούαλ και στον Βασιλειάδη και ξανάρχισε τις περιοδείες. Σε μια παραγγελία που είχε κάνει στου Βασιλειάδη, είχε ζητήσει την κατασκευή τριών χαλύβδινων σφαιρών. Όμως όταν τις ετοίμασαν, τον ειδοποίησαν από το εργοστάσιο πως θα χρέωναν κι άλλα αν επιθυμούσε να του τις μεταφέρουν στο σπίτι του. Τότε ο Κουταλιανός τις πήρε και τις τρεις στην αγκαλιά του (συνολικού βάρους εξακοσίων οκάδων) και τις μετέφερε μόνος του στο σπίτι!

Τα βάρη του Παναγή Κουταλιανού κατασκευασμένα από τα πειραϊκά μηχανοποιεία
 Τζων Μακ Δούαλ και του Βασιλειάδη

Το 1905 μετά από δώδεκα συνεχόμενες παραστάσεις στην Αίγυπτο ο Κουταλιανός γύρισε στον Πειραιά και για κάποιο λόγο πούλησε το σπίτι του στον Άγιο Διονύσιο και αγόρασε άλλο πάλι στον Πειραιά, στην οδό Καλαβρύτων, ένα πολύ μικρό στενό στην Ρετσίνα, στην αρχή της Θηβών.
Εκεί συνδέθηκε με αδελφική φιλία με έναν Πειραιώτη μηχανικό τον Αλέξανδρο Μουνδρέα.

Εκεί στην οδό Καλαβρύτων ο Κουταλιανός συνήθιζε να κάθεται στο κατώφλι του σπιτιού του, στα σκαλάκια όπου κάπνιζε το ναργιλέ του. Μια μέρα πέρασε από μπροστά του ένας μάγκας Πειραιώτης με έναν γάιδαρο ο οποίος πούλαγε σταφύλια. Τότε ο Κουταλιανός τον φώναξε να πλησιάσει προκειμένου να αγοράσει. Ο μανάβης όμως του απάντησε "Ο γάιδαρος είναι ψηλομύτης αφεντικό. Σήκω κι έλα εδώ να ψωνίσεις".
Τότε ο Κουταλιανός θύμωσε, σηκώθηκε, πλησίασε τον γάιδαρο, τον σήκωσε από την κοιλιά και τον μετέφερε στο κατώφλι του σπιτιού του!  Ο μανάβης τα χρειάστηκε και το έβαλε στα πόδια. Μόνο μετά από την μεσολάβηση των γειτόνων πείσθηκε να γυρίσει για να πάρει τον γάιδαρό του. 

Το 1906 τα μάτια του προσβλήθηκαν από καταρράκτη και σχεδόν είχε φθάσει στο σημείο να μην βλέπει καθόλου. Άφησε τους στίβους και λησμονημένος πέθανε δέκα χρόνια μετά, το 1916 αφήνοντας πίσω του στην θέση του, δύο από τα παιδιά του τον Έλληνα και τον Γιώργο στην θέση του. 

Ο Έλληνας Κουταλιανός έκανε την πρώτη του εμφάνιση στην άρση βαρών το 1899 όταν ο πατέρας του ακόμη ζούσε και μάλιστα εκείνος ήταν που την είχε διοργανώσει. Ήταν τότε μόλις 15 ετών όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην σκηνή του "Αθηναίου" στην οδό Πατησίων. Το 1907, ένα χρόνο δηλαδή μετά τον θάνατο του πατέρα του, έφυγε για την Αμερική όπου σε μια σειρά εμφανίσεων σε Βοστώνη, Σικάγο, Αλαμπάμα, Ατλάντα, Τζόρτζια, Σαββάνα, Νέα Υόρκη είχε προκαλέσει τον ενθουσιασμό σε όλη την ομογένεια.

Μετά την Αμερική ακολούθησε περιοδεία σε όλο τον κόσμο με επισκέψεις σε Αργεντινή, Νότια Αφρική, Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Σουηδία, Νορβηγία, Δανία και τέλος στην Αγγλία.

Ο Έλληνας Κουταλιανός με τις διακρίσεις του από την Αμερική


Η τελευταία του παράσταση του Έλληνα Κουταλιανού, δόθηκε στις 16 Ιανουαρίου του 1931 στις Οινούσσες Χίου, διοργανωμένη από τους εφοπλιστές αδελφούς Λεμού, εντός του σχολικού κτηρίου. Εκεί λόγω της στενότητας της σκηνής σε μια προσπάθεια έφυγε το ένα βάρος και του συνέτριψε την δεξιά σιαγόνα τον δεξιό βραχίονα. Με αυτό τον τρόπο διακόπηκε στη αθλητική του σταδιοδρομία. Έμεινε απένταρος, άνεργος και έχοντας στο μεταξύ δημιουργήσει μια οικογένεια αποτελούμενη από έξι παιδιά!

Τότε προσελήφθη ως θυρωρός στην Αμερικανική Λέσχη Νέας Κοκκινιάς. Ο ίδιος κατοικούσε σε ένα χαμόσπιτο στην συνοικία των Γερμανικών στην Νέα Κοκκινιά. Ο ίδιος την εποχή ακόμη που η Νέα Κοκκινιά αποτελούσε περιοχή του Δήμου Πειραιά.

Ο γιος του Παναγή Κουταλιανού, ο Έλληνας Κουταλιανός (αριστερά να καπνίζει ναργιλέ)
 σε καφενείο στον Πειραιά την δεκαετία του '30
Δυστυχώς αν και σε πολλές περιοχές της Ελλάδας τιμήθηκε έστω και μετά θάνατον, τόσο ο ίδιος ο Παναγής Κουταλιανός όσο και απόγονοί του, ουδεμία αναφορά υπάρχει για αυτόν από τον Δήμο Πειραιά, παρότι ο ίδιος τον είχε επιλέξει ως μόνιμη κατοικία του αλλά και ο άμεσος συνεχιστής του και γιος του, ο Έλληνας Κουταλιανός, που υπήρξε και εργαζόμενος στη Νέα Κοκκινιά (μετέπειτα Νίκαια). 


    Διαβάστε επίσης:

Το νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου

1 σχόλιο:

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΜΟΥΤΣΟΥ είπε...

Κυριε Μιλεση για αλλη μια φορα ενα μεγαλο ευχαριστω για αυτα που μαθαινω διαβαζοντας τις αναρτησεις σας

Δημοσίευση σχολίου