"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Ακτή Τζελέπη: Βυθισμένα αρχαία κτίσματα, λείψανα των Μακρών Τειχών και ξεχασμένα αρχαία στην παραλία!




Γράφει ο συγγραφέας κ. Γιώργος Λεκάκης,

Ο τσελέπης ή τζελέπης ή τσελεμπί ήταν ένας τίτλος, που απαντάται από τα πρώτα κιόλας χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δινόταν στους σουλτανόπαιδες. Αργότερα, και μέχρι καταργήσεως των τεκέδων στην Τουρκία (1925) με αυτόν τον τίτλο ευρίσκουμε τον ανώτερο αρχηγό του δερβισικού τάγματος των Μεβλεβήδων Ικονίου. Αυτός και μόνον αυτός είχε το προνόμιο να ζώνει το ξίφος στον σουλτάνο κατά την ανάρρησή του! Έτσι το τζελέπης έγινε συνώνυμο του «ευγενούς».

Το τάγμα των Μεβλεβήδων, πριν το οικτρό τέλος του, είχε παραρτήματα παντού. Μεταξύ των μελών του ήσαν και πολλοί Έλληνες. Και μεταξύ αυτών και πολλοί τσελεπήδες. Αυτοί οι άνθρωποι, επειδή κατά κανόνα ήταν μορφωμένοι, χρησιμοποιήθηκαν και για τον υπολογισμό και είσπραξη φόρων των μεγαλοκτηνοτρόφων-προμηθευτών του οθωμανικού κράτους. Αυτός ο φόρος έμεινε γνωστός ως «τα τζελεπικά». Έτσι, οι τζελέπηδες ασκούσαν και οικονομική πολιτική, αποφάσιζαν για προμήθειες, είχαν επιρροή στον σουλτάνο, κλπ. Μάλιστα, επί σουλτάνου Μεχμέτ Δ΄ εκδηλώθηκε και το «Κίνημα των Τζελέπηδων», που δεν ήταν μια διόλου ευκαταφρόνητος στάση. Πάντως, έμεινε ο τίτλος και ως επίθετο, που απαντάται σε Κωνσταντινούπολη, Μακεδονία, Χίο, Θεσσαλία, Αρκαδία, Κρήτη, Δωδεκάνησα, Πόντο, κ.ά.

Ειδικώς με αυτό το επίθετο-παρατσούκλι είναι γνωστός ο Ιωάννης Κομνηνός, μωαμεθανός στο θρήσκευμα, αλλά με ειδικές σπουδές, που νυμφεύθηκε το 1131 την κόρη του Λέοντος Α' του «κυρίου των βουνών της Μικράς Αρμενίας» και το 1140 την κόρη του σουλτάνου των Σελτζούκων Μεσούντ του Ικονίου. Αλλά και ο Μωάμεθ ο Α΄, 1413-1421.

Η Ακτή Τζελέπη, σήμερα, στον Πειραιά, λέγεται έτσι, από έναν από τους πρώτους οικιστές του μεγάλου λιμανιού, από το 1829, τον Γιαννακό Γεωργίου Τζελέπη, από την Μακρυνίτσα Πηλίου Μαγνησίας, που επί της άκρης του μώλου, που φέρει νυν το όνομά του, είχε ένα καφενείο και ένα υποτυπώδες ξενοδοχείο, και μάλιστα ίσως το πρώτο στον Πειραιά. Το κτισμένο με λάσπη και ξύλα ξενοδοχείο, κτίσθηκε περί το 1839 κανονικά με πέτρες και εδέσποζε επί της ακτής.

Αυτή ήταν η ακτή όπου έμελον να διαδραματισθούν μερικά από τα τραγελαφικότερα αρχαιολογικά γεγονότα του Πειραιώς, του 19ου αι.

Κατ’ αρχήν, εδώ φορτω-εκφόρτωναν τα πλοία. Αλλά πολλές φορές τα εμπορεύματα… ξέμεναν στην ακτή. Μερικά απ’ αυτά ήταν πολύ σημαντικά: Όπως λ.χ. το 1891 ξέμεινε μια… αρχαία μαρμάρινος ακέραια ανάγλυφος στήλη (1,5 Χ 1,5 μ.), που είχε βρεθεί στην Βόνιτσα (Ακαρνανίας) και απεστάλη από τον ανθυπομοίραρχο, Χ. Παπαγεωργίου, με το ατμόπλοιο «Πέλοψ» της ελληνικής ατμοπλοΐας, στην Εφορεία Αρχαιοτήτων στον Πειραιά! Εικόνιζε έναν οπλίτη όρθιο, που είχε τα χέρια του τεταμένα προς τα εμπρός, και φαινόταν να κρατούσε στο δεξί του χέρι δόρυ, που έλειπε. Ομοίαζε, γράφουν οι εφημερίδες της εποχής, πολύ με το γνωστό ανάγλυφο του Μαραθωνομάχου, του μετενεγκόντος στην πόλη των Αθηνών το άγγελμα της νίκης, και εκπνεύσαντος. 

Απεστάλη από τον ανθυπομοίραρχο, Χ. Παπαγεωργίου, με το ατμόπλοιο «Πέλοψ» της ελληνικής ατμοπλοΐας, στην Εφορεία Αρχαιοτήτων στον Πειραιά


Αλλά ενώ το ακαρνανικό ανάγλυφο ήταν τέτοιας αξίας… έστεκε ξεφορτωμένο και ριγμένο στον παραλιακό βραχίονα Τζελέπη! Εκεί ακριβώς που οι ναυτικοί αποβίβασαν τον αρχαίο επιβάτη! Εκτός του κινδύνου της φθοράς, υπήρχε και ο κίνδυνος μήπως κλαπεί κάποια νύκτα. Η εφημερίς «Εφημερίς» έκανε ρεπορτάζ, γνωστοποίησε το γεγονός, ζητώντας η αστυνομία να μεταφέρει τον αρχαίο οπλίτη, τουλάχιστον, στο αστυνομικό τμήμα, όχι προς κράτηση, αλλά προς προφύλαξη «αφού η Εφορεία δεν πολυφροντίζει, φαίνεται, δια τοιαύτα αντικείμενα»! Την επομένη της γνωστοποιήσεως και του κραξίματος από την εφημερίδα, ευαισθητοποιήθηκε ο γεν. έφορος και απέστειλε ανθρώπους της Εφορείας στον Πειραιά να παραλάβουν το αρχαίο αντικείμενο τέχνης από την παραλία… Το μετέφεραν στο ενταύθα Μουσείο Αρχαιοτήτων. «Το περίεργον είναι ότι περί αυτού δεν είχεν ειδοποιηθή ούτε ο εν Πειραιεί έφορος των αρχαιοτήτων ίνα τουλάχιστον φροντίση εγκαίρως περὶ της παραλαβής του»… (βλ. εφημ. «Εφημερίς», αρ. φύλ. 259, 16 και 17.9.1891).

Πειραιάς 1892

Άλλο τραγελαφικό της Ακτής είναι ότι δυο χρόνια αργότερα (Δεκέμβριος του 1893) και ενώ βυθοκόρος εργαζόταν για την εκβάθυνση, παρά την πλατεία, και προ των πρακτορείων ατμοπλοϊών, ευρέθησαν «τεμάχια λίθων τετραγώνων, εφ’ ων υπήρχον προσκεκολλημμένα τεμάχια ασβέστου». Το είπαν στο πρόεδρο της Λιμενικής Επιτροπής και εκείνος εκάλεσε τον έφορο αρχαιοτήτων. Εκείνος απεφάνθη ότι «οι λίθοι ούτοι απεσπάσθησαν απὸ κτηρίου εν τω βυθώ της θαλάσσης ευρισκομένου. Πιθανώς δε οι αποσπασθέντες λίθοι να ανήκωσιν εις τα μέχρι του μέρους εκείνου εξικνούμενα Μακρὰ Τείχη». Η βυθοκόρος σταμάτησε τις εργασίες της μέχρι να γίνουν κάποιες έρευνες (βλ. «Εφημερίς των Συζητήσεων», αρ. φύλ. 19, 12.12.1893). Φαίνεται όμως πως οι εργασίες δεν σταμάτησαν για πολύ. Τα συμφέροντα ήταν μεγάλα. 


η βυθοκόρος που "κατέστη δεινός αρχαιοδίφης" καθώς συνεχώς έβγαζε από το βυθό "θησαυρούς"



Για πολλούς στον Πειραιά είχε (και έχει) περισσότερη αξία το χρήμα, από την Ιστορία της πόλεως. Έτσι, μόλις λίγες ημέρες μετά, η βυθοκόρος ξανα-εργαζόμενη κανονικότατα, «κατέστη δεινὸς αρχαιοδίφης» και άρχιζε να βγάζει απ’ τον βυθό «διαφόρους στήλας ενεπιγράφους (…) δύο επιτύμβιαι στήλαι φέρουσαι κεχαραγμένα δυσανάγνωστα ονόματα (…) τεμάχια λίθων ανηκόντων εις τα αυτόθι Μακρὰ Τείχη (…) αρχαίον ανάγλυφον, όπερ παριστά γυναίκα καθημένην, επὶ ανακλίντρου, άνωθεν της οποίας ευρίσκεται επιγραφή δυσανάγνωστος»… Μετα απ’ όλα αυτά, η Λιμενική Επιτροπή και όχι η Εφορεία Αρχαιοτήτων εμίσθωσε δύτες «οίτινες ερευνώσιν εις τον βυθὸν της θαλάσσης, μήπως ανακαλύψωσί τι ωφέλιμον εις την αρχαιολογικὴν επιστήμην»!.. (βλ. «Εφημερίς των Συζητήσεων», αρ. φύλ. 49, 12.1.1894 και εφημ. «Εφημερίς», αρ. φύλ. 12, 12.1.1894). Έτσι ανακοινώθηκε επισήμως πως «τα αρχαία ταύτα ευρήματα φαίνονται ουδεμιάς αξίας», και τα έργα συνεχίσθηκαν κανονικά… Παραβλέποντας φυσικά πως τα πάντα είναι ωφέλιμα στην αρχαιολογική επιστήμη, η οποία δεν μπορεί και δεν δικαιούται να πετά ή να διακρίνει τίποτε… Παρ’ όλα αυτά, η βυθισμένη ιστορία του Πειραιώς συνέχιζε να ξερνά, ζητώντας λίγη προσοχή: Την επομένη «ανεσύρθη ανάγλυφο παριστών άνδρα καθήμενο και προ αυτού ισταμένην γυναίκα. Άνωθεν της επιτυμβίου ταύτης πλακὸς διακρίνονται ίχνη ονομάτων, εξ ων μόνον στοιχεία τινα διετηρήθησαν». Και σαν να μην έφθανε αυτό, ευρέθησαν κι άλλες τέσσαρες πλάκες: Έφεραν δε τα εξής ονόματα:

·         Η πρώτη Ινάρως Σωστράτου Σαΐτης,
·         η δευτέρα Αριστοκράτης Αριστοφάνους Πειραιεύς,
·         η τρίτη Κωτάλη Ίωνος Ηρακλεώτις και
·         η τετάρτη Απατούριος Επιφάνου Κνίδιος!
(βλ. «Εφημερίς», αρ. φύλ. 13, 13.1.1894).

Όλοι αυτοί που έζησαν κάποια στιγμή στον Πειραιά ζητούσαν εξιλέωση! Αλλά οι σύγχρονοι συμπατριώτες τους νοιάζονταν περισσότερο για τον μαμωνά!

Οι εργασίες συνεχίσθηκαν κανονικά… Οι νεκροί Πειραιώτες, τόσα χρόνια νεκροί, είχαν ξεχασθεί πια στα μάτια των ζωντανών χρηματοθηρών Πειραιωτών…

Παρ’ όλα αυτά, υπήρχε κάποιος φιλάρχαιος κόσμος που έκαμε τον περίπατό του στο λιμάνι του Πειραιώς, και μιλούσε για την αρχαία δόξα και ιστορία του: Αρχαιολογικοί περίπατοι διοργανώνονταν και ξεκινούσαν στις 16.30 κυρίως από τον Ιάκ. Δραγάτση και του «Ομίλου των Πεζοπόρων» Πειραιώς. Άρχιζαν από την παραλία Τζελέπη και κατέληγαν στα οχυρωματικά έργα της Ηετιωνείας Πύλης, και από εκεί στον τάφο του Θεμιστοκλέους. Συμμετείχαν φιλάρχαιοι και πολλοί φιλομαθείς μαθητές του Γυμνασίου (βλ. «Εφημερίς», αρ. φύλ. 146, 26.5.1894).

Αρχαιολογικοί περίπατοι διοργανώνονταν από τον Ιάκ. Δραγάτση και από τον «Όμιλο των Πεζοπόρων» Πειραιώς. Άρχιζαν από την παραλία Τζελέπη και κατέληγαν στα οχυρωματικά έργα της Ηετιωνείας Πύλης


Σήμερα, αυτόν τον περίπατο δεν μπορεί να τον κάνει κανείς. Αν και εξελιχθήκαμε τεχνολογικώς από τότε, φτιάξαμε γεφύρια, δρόμους, φανάρια… Αυτοκίνητα, φορτηγά, κάγκελα, και άλλα εμπόδια, θέτουν προβλήματα και προσκόμματα γι’ αυτόν τον περίπατο!.. Δεν είναι σημειωμένος, σηματοδοτημένος, αναγνωρισμένος. Είναι πιο δύσκολος από τότε, έως ακατόρθωτος. Κινδυνεύεις να σε κόψει κανένα αυτοκίνητο εάν τον επιχειρήσεις. Επίσης, δεν υπάρχουν οργανωμένοι τέτοιοι τακτικοί περίπατοι, από εμπνευσμένους διδασκάλους και καθηγητές ή αρχαιολόγους, που αγαπούν τον Πειραιά (και υπάρχουν τέτοιοι). Πώς, λοιπόν, και ποιος να προσελκύσει τους γυμνασιόπαιδες του Πειραιώς και να τους μάθει την σπουδαία Ιστορία του Μεγάλου Λιμανιού; Θέλει καμμονία η πειραιώτικη παιδεία και η παιδεία των Πειραιωτόπουλων, που φαίνεται να μην διατίθεται από τους καθ’ ύλην αρμοδίους…


Το Πρωτότυπον Λεξικόν των Κακοποιών (1936)

Στην οδό Λεωχάρους το 1936


Του Στέφανου Μίλεση

Το 1936 ένας υπαστυνόμος που υπηρετούσε στην Ασφάλεια Πειραιώς, ο Κωνσταντίνος Παναγιωτάκος, σκέφτηκε να φτιάξει ένα "Λεξικό των κακοποιών" όπως ο ίδιος το ονόμασε, το οποίο περιλάμβανε το λεξιλόγιο που μεταχειριζόντουσαν οι κακοποιοί  της εποχής του. 

Το λεξικό του Παναγιωτάκου έχει την δική του αξία, καθώς καταγράφει μια εποχή. Εκτός του ότι έγινε μικρό εγχειρίδιο για χρήση των ανδρών που υπηρετούσαν στην Ασφάλεια Πειραιώς, παρεδόθηκε τη ίδια χρονιά και στον δημοσιογράφο Γ. Μπουκουβάλα, ο οποίος με τη σειρά του το δημοσιεύσε ταυτόχρονα σε διαφορετικές εφημερίδες στις οποίες έγραφε. 



Εντύπωση προκαλεί πως ορισμένες λέξεις είχαν διαφορετική σημασία προπολεμικά από εκείνη που εμείς πιστεύουμε σήμερα, ενώ άλλες έχουν χάσει τελείως το νόημά τους όπως η λέξη "Γιάννης".

 Χαρακτηριστικό είναι επίσης και το γεγονός πως οι κακοποιοί δεν δέχονταν συννεονόηση με άλλο είδος φρασεολογίας και εκείνους που δεν μπορούσαν να μιλήσουν τη δική τους "γλώσσα" τους αποκαλούσαν "τσόφληδες"

Στα βράχια της Πειραϊκής (1935)

Αρκετές λέξεις στην φρασεολογία τους είχαν διαφορετική ερμηνεία από εκείνη που απέδιδαν οι απέξω, όπως για παράδειγμα η λέξη "μάγκας" με την οποία χαρακτήριζαν τους έξυπνους. 


Το συγκεκριμένο λεξικό που παραθέτουμε δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Εθνική" στις 27 Απριλίου του 1936. Η καταγραφή των λέξεων έγινε ηχητικά, δηλαδή με βάση την προφορά τους. Υπήρχε επίσης η σημείωση οι λέξεις να διαβάζονται όπως είχαν καταγραφεί ακουστικά για να είναι σωστές. Έπρεπε δηλαδή ο τρόπος της προφοράς τους να είναι συρτός και βαρύς και να συνοδεύεται με ανάλογες κινήσεις χεριών, "σπασίματα" του κορμιού και μορφασμούς του προσώπου, ενώ απαραίτητα το δεξί χέρι έπρεπε να κρατάει κομπολόι (προσοχή εις το δεξί και μόνο).

Σταύρακας ο Πειραιώτης
(προσοχή το κομπολόι πάντα στο δεξί χέρι)


Α
Άσπρη: ηρωίνη, κοκκαΐνη
Αμολάω: προδίδω, φεύγω
Αηδόνι: διαρρηκτικό εργαλείο (πριόνι)
Αβάντα: βοήθεια στην διάπραξη αδικήματος με αντίστοιχη αμοιβή

Β
Βάσανο: η ερωμένη
Βραχιόλια: οι χειροπέδες

Γ
Γιούφ: το χαρτί που τυλίγεται και σχηματίζει σωληνάκι δια του οποίου γίνεται η εισπνοή των ναρκωτικών
Γιάννης: ο κλέφτης
Γιαννεύω: γυρίζω να κλέψω

Ζ
Ζούλα: κλοπή, κρύπτη
Ζήση: η ζωή

Κ
Καλαμπαλίκι: έκτακτη συγκέντρωση πλήθους
Κορόιδο: ο παθών της κλοπής ή της απάτης
Καλντεριμιτζής: ο κλέπτης των πεζοδρομίων
Κούτσουρο: το πεντάδραχμο
Καρακούτσι: το διαρρηκτικό εργαλείο (μοχλός)
Κράχτης: ο προσελκύων το θύμα
Κοπάνισμα: η διάπραξη αδικήματος ή η εξαπάτηση συνεργού

Λ
Λάχανο: το πορτοφόλι
Λαχανάς: ο πορτοφολάς
Λουλάς: ναργιλές δια του οποίου καπνίζεται το χασίσι
Λαγωνίκα: διαρρηκτικό εργαλείο (είδος χαλκού κλειδιού)
Λαλούμενο: το περίστροφο

Κατεστραμμένες βάρκες από θαλασσοταραχή στο Πασαλιμάνι το 1936

Μ
Μαύρο: το χασίσι
Μάππες: τα κλοπιμαία αντικείμενα
Μπούκα: η μόνιμη συγκέντρωση πλήθους
Μπουργάνα: η επάνω χορδή του μπαγλαμά
Μπαμπέσης: ο ύπουλος
Μαστούρης: ο υπό την επήρεια ναρκωτικών
Μπεγκλέρι: το κομπολόι
Μπαγλαμάς: το μουσικό όργανο των χασισοποτών
Μαντάρα: η αηδία, τα χάλια
Μπουζούριασμα: η σύλληψη
Μπουζουριέρα: αντικείμενο ή πρόφαση που χρησιμοποιείται για την διευκόλυνση διάπραξης ενός εγκλήματος
Μπαίνω: καταλαβαίνω
Μπαρμπούτι: το τυχερό παιχνίδι με τα ζάρια
Μάγκας: ο έξυπνος
Μαγκώνω: συλλαμβάνω
Μαγκιώρος: ο ειδικός
Μανίτα: είδος απάτης
Μαύρος: ο αστυνομικός
Μπάζα: υπόθεση, δουλειά
Μίτζα: το μερίδιο
Μπανίζω: βλέπω
Μάτσο: ο σωρός

Ν
Νταλγκάς: το βάσανο, η έμμονη ιδέα
Ντεκές: Χασισοποτείο
Νταβαντζής: ο κλεπταποδόχος
Νταής: ο παλληκαράς
Νταϊλίκι: ο παλληκαρισμός

Κατεδάφιση οικίας 1937

Ξ
Ξάφρισμα: είδος λωποδυσίας. Αφαίρεση μέρους κατεχόμενων χρημάτων

Π
Πράσσο: το κλοπιμαίο αντικείμενο
Πετσί: το πορτοφόλι
Πατούμενα: τα υποδήματα
Παμεινώντα: το κοντό ναυτικό πανωφόρι
Παππάς: το εκατοντάδραχμο

Σ
Στράφι: ο χαμένος κόπος
Σίδερο: κάθε τέμνον ή νύσσον όργανο
Σεντόνι: το πεντακοσάδραχμο
Στενάχωρο: το δακτυλίδι
Σακκουλεύεσαι: έχεις δοσοληψίες 

Τ
Τράμπα: ανταλλαγή πραγμάτων
Τσίκα: δόση χασισιού
Τσέτουλα: η δωρεάν εστίαση
Τσικιρκιτζής: ο αγαπητικός των κοινών γυναικών
Τσαμπουκάς: αυτός που έχει εγκληματικό παρελθόν
Τσιλιαδώρος: εκείνος που προειδοποιεί για την άφιξη αστυνομικών
Τσόφλης: ο κουτός

Χ
Χαρμάνης: εκείνος που του λείπει το ναρκωτικό
Χήνα: το χιλιόδραχμο
Χλέπας: ο κουτός
Χαλές: ο αφηρημένος

Ψ
Ψείρισμα: είδος κλοπής ενός ανθρώπου που κοιμάται

Στον Πειραιά του 1935

Ο Παναγιωτάκος παρέδωσε τη μικρή συλλογή του στον δημοσιογράφο Μπουκουβάλα, λέγοντάς του προκαταβολικά πως το λεξιλόγιό του θέλει μεγάλες συμπληρώσεις και πως όταν συμπληρωθεί θα του το παραδώσει εκ νέου "βελτιωμένο και επαυξημένο".

Δεν γνωρίζουμε εαν ο Παναγιωτάκος τελικώς εξέδωσε άλλο βελτιωμένο λεξιλόγιο, γνωρίζουμε όμως πως το συγκεκριμένο αποτελεί μια επίσημη καταγραφή με αντίστοιχη ερμηνεία, που αποδίδει τα πραγματικά νοήματα που είχαν οι λέξεις αρχικά και όχι εκείνα που απέκτησαν με την πάροδο των ετών.

 Για παράδειγμα το "πράσσο" είναι το κλοπιμαίο αντικείμενο, πράγμα που σημαίνει ότι η έκφραση "τον έπιασαν στα πράσσα" σημαίνει στην κυριολεξία "τον έπιασαν να έχει τα κλοπιμαία αντικείμενα πάνω του ή μαζί του" και όχι όπως εννούμε σήμερα που έχει την έννοια του "επ΄ αυτοφώρο" ακόμη δηλαδή κι όταν δεν έχει πάνω του τα κλοπιμαία.  

Διαβάστε επίσης:


Σταύρακας ο Πειραιώτης του Μώρου



Εκ Πειραιώς και η έκφραση "γνωστοί άγνωστοι"

Άνεργοι συγκεντρωμένοι σε καφενείο το 1933


Του Στέφανου Μίλεση

Είναι γνωστός σε όλους ο χαρακτηρισμός "γνωστοί άγνωστοι", όταν στις μέρες μας αναφερόμαστε σε μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, στους κοινώς λεγόμενους "αναρχικούς".  

Η έκφραση αυτή φαίνεται όμως ότι υπήρχε πολύ παλαιότερα από ότι πιστεύουμε, χαρακτηρίζοντας έτσι, όχι τους αναρχικούς, αλλά μια άλλη ομάδα ανθρώπων με ιδιαίτερη αλλά γνωστή δράση ο καθένας στον τομέα του, αυτούς που η ασφάλεια αποκαλούσε "σεσημασμένους".

Πώς όμως έφτασαν οι "σεσημασμένοι" τότε να αποκαλούνται "γνωστοί άγνωστοι"; 
Ποιός είναι εκείνος που χρησιμοποίησε και καθιέρωσε για πρώτη φορά αυτό τον χαρακτηρισμό για τους "σεσημασμένους"; 
Τι σχέση τέλος, μπορεί να έχει ο Πειραιάς με τους "γνωστούς αγνώστους" της εποχής εκείνης;

Φαίνεται πως πίσω από όλα αυτά, πάλι ένας "Πειραιώτης" υπάρχει, κι αυτός δεν είναι άλλος από τον Παύλο Νιρβάνα!

Στις 10 Ιανουαρίου του 1934 σε μόνιμη στήλη που διατηρούσε στην εφημερίδα "Νέος Κόσμος", με τον τίτλο "Πρωϊνοί περίπατοι", δημοσιεύεται ένα από τα χρονογραφήματά του που έφερε τίτλο: "Γνωστοί Άγνωστοι". 
Ο Παύλος Νιρβάνας καυτηρίαζε μέσα από το χρονογράφημά του μια δύσκολη κατάσταση που λάμβανε χώρα στον Πειραιά την εποχή εκείνη. Λόγω της οικονομικής δυσπραγίας και της κρίσης του 1933 - 1934, οι κλοπές και οι διαρρήξεις είχαν αυξηθεί δραματικά, ειδικά από τους άνεργους ναυτικούς οι οποίοι περιφέρονταν στο λιμάνι άνευ αντικειμένου.

Το εργατικό δυναμικό περνούσε άσκοπα τον καιρό του περιφερόμενο στα καφενεία

 Μεγάλο μέρος τότε του ναυτεργατικού δυναμικού είχε επιδοθεί μετά μανίας σε μικροεγκλήματα, προκειμένου να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για την επιβίωσή του. Σχολεία της εποχής τα καφενεία, οι ταβέρνες και τα κουτούκια του ρεμπέτικου πέριξ του λιμανιού, όπου οι ναυτεργάτες είχαν μάθει να συχνάζουν από την εποχή ακόμη της εργασίας. Τώρα περνούσαν όλο τον καιρό εκεί, σκεπτόμενοι διάφορους τρόπους να εξασφαλίσουν χρήματα μέχρι που η αγωνία τους γινόταν γνωστή από τους "σεσημασμένους" του χώρου που τους προσέγγιζαν αναζητώντας είτε συνεργάτες είτε θύματα.

Αξίζει όμως να δούμε εν συντομία το άρθρο του:

Κάθε φορά που γίνεται μια κλοπή ή μια διάρρηξις το αστυνομικό δελτίο μας πληροφορεί ότι άγνωστοι διέρρηξαν...κ.λ.π. ή άγνωστοι εισήλθαν εντός της οικίας....κ.λ.π. ή άγνωστος πήρε το πορτοφόλι μέσα στο λεωφορείο....κ.λ.π. Αυτοί όλοι είναι οι αιώνιοι άγνωστοι του αστυνομικού δελτίου. 

Από την άλλη, όταν συλληφθεί κάποιος δράστης μιας τέτοιας πράξης το ίδιο αστυνομικό δελτίο μας πληροφορεί ξανά πως ο εκείνος που συνελήφθη ήταν γνωστός και σεσημασμένος διαρρήκτης ή κλέφτης ή πορτοφολάς. 



Με άλλα λόγια δηλαδή όλοι εκείνοι οι "άγνωστοι" του αστυνομικού δελτίου είναι ταυτόχρονα και "γνωστοί". Και όχι μόνο γνωστοί αλλά και "σεσημασμένοι". Πώς τώρα οι "άγνωστοι" είναι ταυτόχρονα και "γνωστοί"; Ιδού ένα πρόβλημα που ματαίως θα αναζητήσετε τη λύση του από τους φιλοσόφους, γιατί απλά κανένας δεν είναι σε θέση να το λύσει. Το λύνει όμως η αστυνομική πραγματικότητα. 

Απλούστατα "άγνωστοι" είναι οι διάφοροι κακοποιοί, που δεν έχουν συλληφθεί ακόμα. Όταν συλληφθεί ένας κακοποιός, όχι μόνο δεν είναι "άγνωστος" αφού αποδεικνύεται "γνωστότατος", παλαιός πελάτης της Αστυνομίας. Έχει συλληφθεί δέκα φορές μέχρι της στιγμής εκείνης, έχει καταδικασθεί άλλες τόσες, κι άλλες τόσες, κι έχει "εκτίσει" τη ποινή του ή έχει δραπετεύσει από τη φυλακή κι έχει επανέλθει στην "εργασία" του. Γιαυτό ακριβώς και η αστυνομία, όταν αναζητά έναν έναν "άγνωστο", τον αναζητά πάντοτε μεταξύ των "γνωστών" όπου ασφαλώς τον βρίσκει...

Γνωρίζω βέβαια ότι το λάθος δεν είναι της αστυνομίας. Κάποιος όμως έχει το λάθος τέλος πάντων. Και φαίνεται ότι το έχει ο Νόμος. Αλλά και ο Νόμος, αν το καλούσαμε εις απολογία, θα μας απαντούσε, ότι για μια μικρή κλοπή δεν μπορεί να καταδικάσει ισοβίως έναν άνθρωπο. Έτσι μετά την έλευση μιας ποινής αυτός μένει ελεύθερος. Κι εκείνος που θεωρεί την τιμωρία τους απλώς ως ένα επαγγελματικό ατύχημα, ξαναρχίζει τη δράση του. Και ξανασυλλαμβάνεται. Και ξαναρχίζει. Και έτσι γίνεται ο "γνωστός άγνωστος" όπως ανέφερα.


Εργάτης του 1933 που ακόμη διατηρούσε την εργασία του


Διαβάστε ακόμη:


Παύλος Νιρβάνας. Η ζωή του στο Νέο Φάληρο



Καταστροφή αρχαιοτήτων από ιδιώτη στον Πειραιά το 1869!

Πειραιάς 1869 (Paul Baron des Granges)




Γράφει ο συγγραφέας, κ. Γιώργος Λεκάκης,

Όσο ανασκαλεύει κανείς αρχαία φύλλα εφημερίδων, τόσο βρίσκει αναφορές για καταστροφές αρχαιοτήτων, που ευρίσκονταν κάθε τόσο στην πολύπαθο ελληνική γη. Όσον αφορά τον Πειραιά, οι παλαιές αναφορές των ευαίσθητων δημοσιογράφων και των εφημερίδων της εποχής, είναι επίσης εκπληκτικές και πολυάριθμες…

Σήμερα θα σας γνωστοποιήσω μια καταστροφή από ιδιώτη, μεγάλων λίθων των Μακρών Τειχών του Πειραιώς, τις οποίες βρήκε σκάβοντας για να θεμελιώσει μια οικοδομή του… Φυσικά, το θεώρησε… ευτυχές γεγονός, για το δαπανηρό κτίσιμο που είχε μπροστά του… Τις κατέστρεψε και απέκτησε έτσι… δωρεάν δομικό υλικό για το σπίτι του… Και μάλιστα, μπροστά στα μάτια των τότε αρχαιοφυλάκων…

Διαβάζω στην εφημ. «Παλιγγενεσία» της 24.3.1869 (αρ. φ. 1638, στην 3η στήλη):

«Ἐν Πειραιεῖ παρὰ τὴν ἀγυιάν, οὐ μακρὰν τῆς γεφύρας τοῦ σιδηροδρόμου, ἄνθρωπος ἀνασκάπτων πρὸς οἰκοδομήν, εὗρε σειρὰν μεγάλων πετρῶν, ἐκτισμένων καθάπερ τὰ μακρὰ τείχη, καὶ φαίνεται ὅτι ὁ τοῖχος οὗτος ἐστὶ σειρὰ τούτων. Ἀλλ’ ὁ ῥηθεὶς ἄνθρωπος ἔχων ἀνάγκην πετρῶν κατέστρεψε τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ἀρχαιοτήτων τούτων καὶ ἀπετέλεσε τοῖχον πρὸς οἰκοδομὴν οἴκου. Ταῦτα πράττονται ἐνώπιον ἑνὸς ἀπομάχου ἀπεσταλμένου ὅπως βλέπῃ τὰ πραττόμενα, ὡς λέγει, καὶ οὐχὶ νὰ ἐμποδίζῃ τὴν καταστροφήν, καθ’ ἧς, νομίζομεν, ὀφείλουσιν οἱ πρὸς οὕς ἐστιν ἀνατεθειμένη ἡ φροντὶς τῆς φυλάξεως τῶν ἀρχαιοτήτων, ἵνα ἐπιτηρῶσι σπουδαίως. 

Εἶναι λυπηρὸν τοιαῦτα νὰ διαπράττωνται ὑπὸ τὰ ὄμματα τῶν ἐν Ἀθήναις ἐπιτηρητῶν τῶν ἀρχαιοτήτων, καὶ νὰ καταστρέφωνται τὰ ἴχνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διέφυγον κεκρυμμένα ὑπὸ τὴν γῆν τὰς καταστρεπτικὰς χεῖρας τῶν Γότθων, Βανδάλων καὶ ἄλλων βαρβάρων ἐθνῶν. Ἂν τοιαῦται καταστροφαὶ γίνωνται ἐνώπιον τῶν ἐν Ἀθήναις ἀρχαιοσκόπων, τί πλέον πρέπει νὰ ἐλπίσῃ τις εἰς τὰς ἐπαρχίας;»…

Τα σχόλια και οι συνειρμοί δικοί σας, για τον πολύπαθο Πειραιά…

Η διαμάχη δύο ταβερνών για τον Λάμπρο Πορφύρα

Προτομή Πορφύρα 1938



Του Στέφανου Μίλεση

Είναι γνωστό πως ο ποιητής της Φρεαττύδας ο Λάμπρος Πορφύρας κατά τη διάρκεια της ζωής του σύχναζε σε διάφορες ταβέρνες της περιοχής καθώς ήταν φίλος της ρετσίνας και της παρέας, αλλά κυρίως σύχναζε σε μια που βρισκόταν πέριξ της σημερινής πλατείας που υπάρχει και η προτομή του. 

Όμως ήταν επίσης γνωστό πως ζούσε μόνο από τη συγγραφή των ποιημάτων του και στερείτο το παραμικρό προκειμένου να επιβιώσει. Αρχικά οι φίλοι του μη γνωρίζοντας για την κατάστασή του -γνώστης μοναδικός ήταν μόνο ο Παύλος Νιρβάνας- πίστεψαν πως επρόκειτο για τσιγκουνιά. 

Αργότερα όμως που η οικονομική του κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο, οι ιδιοκτήτες τους, άρχιζαν να του κόβουν την πίστωση, φοβούμενοι πως δεν θα έπαιρναν πίσω τα λεφτά τους, μεταξύ αυτών και η αγαπημένη του Ταβέρνα πέριξ της πλατείας.

Ο Πορφύρας αναγκάστηκε λοιπόν να αναζητήσει νέο στέκι και πραγματικά το κατάφερε όταν τον δέχτηκε η Ταβέρνα του Αναστασίου Πετρόπουλου που βρισκόταν στην οδό Χαριλάου Τρικούπη, σχεδόν απέναντι από την Γαλλική Σχολή του Αγίου Παύλου και δίπλα από την τότε έδρα του "Γυμναστηρίου του Πειραϊκού Συνδέσμου" (σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιώς).

Έτσι λοιπόν και η παρέα του Πορφύρα, που μεταξύ αυτών ήταν και απλοί ψαράδες της Φρεαττύδας, προκειμένου να συνδράμουν τον Πετρόπουλο στην απόφασή του για "βερεσέ" στον Πορφύρα, δημιούργησαν νέο στέκι πλέον στην Ταβέρνα του.

Όμως όταν ο φτωχός Πορφύρας πέθανε η Ταβέρνα της Φρεαττύδας με την οποία είχε ταυτίσει το όνομά του αρχικώς, που όμως στη συνέχεια του έκοψε το βερεσέ, σήκωσε μια τεράστια ταμπέλα που έγραφε "Ταβέρνα ο Λάμπρος Πορφύρας"

Ο ιδιοκτήτης γεμάτος περηφάνια διατυμπάνιζε το γεγονός, δηλαδή πως ο γνωστός ποιητής σύχναζε στην δική του ταβέρνα και συνεπώς δικαιούτο να μετονομάσει το μαγαζί του για να τιμήσει τον ποιητή, παραβλέποντας βέβαια το γεγονός πως στα τελευταία του χρόνια τον είχε διώξει καθώς στερείτο χρημάτων.

Τότε η παρέα του Πορφύρα ξεσηκώθηκε και ύψωσε και φωνή διαμαρτυρίας ακόμη και μέσω του ημερήσιου τύπου. Ο κόσμος που δεν κατάλαβε τι ακριβώς συνέβη θεώρησε πως η αντίδραση υπάρχει από το γεγονός πως ένας ταβερνιάρης ύψωσε μια τιμητική για τον ποιητή επιγραφή, πριν ακόμη τον τιμήσουν οι διανοούμενοι ή ο Δήμος και του στήσουν την προτομή που υπάρχει μέχρι σήμερα.


Η προτομή του Πορφύρα το 1961

"Δεν βλέπουμε την απρέπεια στη χειρονομία του ταβερνιάρη" έγραφαν "βλέπουμε μόνο τη διάθεση να τιμηθεί ο ποιητής. Μάλιστα δεν βλέπουμε να μειώνεται ο Σολωμός γιατί υπάρχει καφενείο με αυτό το όνομα, ούτε ο Αβέρωφ ή ο Συγγρός, η Ελλάς ή το Πανελλήνιον διότι εμφανίζονται εις τας επιγραφάς των καταστημάτων". Φυσικά όλοι εκτός της παρέας του Πορφύρα αγνούσαν τους πραγματικούς λόγους διαμαρτυρίας, δικαιώνοντας τον Ταβερνιάρη της Φρεαττύδας.

Έκτοτε οι φίλοι του Λάμπρου Πορφύρα τελούσαν τα φιλολογικά μνημόσυνα του ποιητή στην Ταβέρνα του Αναστασίου Πετρόπουλου στην Χαριλάου Τρικούπη, στο ίδιο τραπέζι που καθόταν άλλοτε ο ποιητής, αφήνοντας κενή την καρέκλα του.

Εκείνες οι βραδιές στην ταβέρνα του Πετρόπουλου προς τιμή του Πορφύρα κράτησαν για πολλά χρόνια ακόμη και όταν τοποθετήθηκε στην Πλατεία της Φρεαττύδας η προτομή του, κοντά στην αγαπημένη του ταβέρνα που στα στερνά του όμως τον έδιωξε και που μετά το θάνατό του τον τίμησε αλλάζοντας την επωνυμία της.

Διαβάστε επίσης για τον Λάμπρο Πορφύρα:

Στην Ταβέρνα του Λάμπρου Πορφύρα





Ελληνικές Πολιτείες: Πειραιάς



Του Μανώλη Γιαλουράκη

Μ΄ αρέσουνε οι πολιτείες σα δεν είναι άχρωμες. Εκείνες που λένε ευθύς το "νάμαι", όχι οι άλλες που ψάχνεις να βρεις "γωνιές", σκαλίζει τη μνήμη σου να θυμηθείς κάποιους δρόμους, κάποιες γειτονιές που τις πρόσεξες. Όχι που δεν βρήκα "άλλο λιμάνι". Δεν ψάχνω για να πω "Τζένοβα", εκεί είναι ένα κομμάτι της καρδιάς μου το ξέρω. Όμως ο Πειραιάς μου μιλά, μου μιλάει γιατί είναι Πειραιάς, δεν κάνει τάχατες τον Ευρωπαίο, είναι Ρωμιός Πειραιάς και τόσο του φτάνει.


Καθόμουνα στο Ρολόι και κύτταζα πλοία που φεύγανε και πλοία που μπαίνανε, τό ΄να είχε φτερωτό λιοντάρι στο φουγάρο του, τ΄ άλλο ήταν ρούσσικο, μάταια προσπάθησα να διαβάσω τ΄ όνομα, βγήκε και χάθηκε τραβώντας για την Οντέσσα. Τ΄ άλλα πηγαίνανε στο Σαρωνικό, με λίγες δραχμές είχες την ψευδαίσθηση του ταξιδιού, οι κομψές σιλουέττες τους σκίζανε τα νερά, μόλις επρόφταινες να ζαλιστείς, κ΄είχες κιόλας φτάσει. Ήτανε λερός ο Πειραιάς στο λιμάνι, στην αγορά μύριζε ψαρίλα και κρέατα και τζαρτζαβατικά, είχε και μαγέρικα ακάθαρτα που τρώγανε άνθρωποι βιαστικά, λιμασμένοι. 



Όμως ετούτη ήταν η φατσάδα μονάχα, ο Πειραιάς απλωνότανε πίσω της, πολιτεία άλλη. Στο θέατρο, το Δημοτικό, είχα μιαν άλλη του αίσθηση, κάθησα στο γωνιακό καφενείο κι έβλεπα - έβλεπα, μου φάνηκαν όλα σαν άγνωστα, οι γυναίκες σα νάτανε ράτσας άλλης. Πήρα τους δρόμους, βάδιζα στ΄ άγνωστο, κάποιες βιτρίνες ήτανε πρόκληση, τα γυναικεία εσώρουχα, υπόσχεση ευδαιμονίας, τα πολύχρωμα φώτα, πρόκληση για τ΄ αλλού, ο Πειραιάς σα να βουτήχτηκε σε πελάγη κοσμοπολίτικης παγχρωμίας, ο Πειραιάς πούπαιρνε ξαφνικά μια όψη άλλη. 

Τη νοσταλγώ, τη Στιγμή, τη νοσταλγώ. Πασσαλιμάνι με τα καφενεία τα υπαίθρια, το Τουρκολίμανο με τις βάρκες που λιάζουνται, Φρεαττύδα, προτομές του Πορφύρα και του Νιρβάνα, να κυττάζουνε με μάτια μαρμάρινα. Δεν ήθελα να σκεφτώ εκείνα τ΄ άλλα, τις φτωχογειτονίες του Πειραιά, κάτι τ΄ απάνθρωπο. Όμως είναι και τούτες ο Πειραιάς, δεν έχει άλλο. Ίσως και νάναι η ζωντανή του καρδιά, ο Πειραιάς δε φόρεσε ποτές του ρεπούμπλικα, φοράει στραβά λιγδιασμένο κασκέτο. 



Στο στρίψιμο ενός δρόμου με παραφύλαγε η αμαρτία. Η Αμαρτία μιλούσε εγγλέζικα, πρόσμενε ναύτες, έπινε ουίσκι μ΄ Αμερικάνους και γελούσε πρόστυχα. Ήταν στη σειρά τα "κέντρα" εκεί, γράφαν εγγλέζικα στις επιγραφές, στις βιτρίνες φωτογραφίες κοριτσιών που δείχναν τη γύμνια τους, ο δρόμος αντηχούσε τζατζμπαντικές κακοφωνίες, η ζούγκλα της σάρκας που πουλιέται στο ρυθμό του χορού, μισοσκότεινα "καμπαρέ", άλλα μαγαζιά με πόρτες μισόκλειστες, άλλα υπόγεια να πονηρεύεσαι περισσότερο και να θες να κατέβεις. 


Η μεγάλη φτώχεια φορούσε φουστάνια στενά, παράσταινε τη χαρούμενη, σκεφτότανε τ΄ αντρικό πορτοφόλι. Οι ναυτικοί δεν είχανε άλλη παρηγοριά, η ζωή η σκυλίσια της θάλασσας γύρευε λύτρωση, απόστασαν πια τα ρουθούνια τη καρβουνόσκονη, θέλανε τώρα να μυρίσουνε γυναικεία σάρκα. Μ΄ άρεσε έτσι, μ΄ αρέσει και τούτη η μορφή της ζωής, ένα χαστούκι στο μάγουλο της Ειμαρμένης.

Άφησα πίσω το δρόμο και βγήκα στο λιμάνι, η νύχτα ήτανε ζεστή, λουρίδες φωτεινές αυλακώνανε τη γαλήνη της θάλασσας. Η Αθήνα ήτανε μακρυά και κοντά, ένας κόσμος εδώ, κι άλλος εκεί, δυο πόλεις διαφορετικές που όλο και σμίγουν, αγάπη και μίσος τις ενώνει και τις χωρίζει, μοίρα κοινή και μοίρα διάφορη.

Ένα βαπόρι σφύριξε φεύγοντας, τραβούσε για κάποια νησιά μονάχα τους κι έρημα, "άγονος γραμμή", μοναξιά, ελπίδες για καλλίτερες μέρες. Μια μπενζίνα ξεκίνησε, ο θόρυβος της μηχανής όλο χανόταν, στο τέλος σβήστηκε ολότελα, χάθηκε κι η μπενζίνα κατά κείνα τα πλοία. Φορτηγά με γεράνια ψηλά που προσμένανε ναύλο, λαμαρίνες αρμυροποτισμένες, μόχθος για το ψωμί. 



Ο Πειραιάς απλωνότανε πέταλο. Είχε ξεχάσει πια τους προγόνους, μάταια δείχνανε στο Μουσείο τ΄ αγάλματα. Ο Πειραιάς μιλούσε για το σήμερα, η εργατειά μεθούσε σε κάποια ταβέρνα, άλλοι βιαζόντανε να γυρίσουνε σπίτια τους, κορμιά τσακισμένα. Γυναίκες περνούσανε βιαστικές, η μίσθια δουλειά δεν είχε σκοτώσει τη φιλαρέσκεια, τα μάτια τους ψάχνανε δεν είχε άλλο. Ο Πειραιάς τάβλεπε όλα τούτα καλόβολα, το μεγάλο Ρολόι μου φάνηκε γιγάντιο μάτι, ο Πειραιάς που φρόντιζε τα παιδιά του. Ήθελα να σμίξω μαζί τους, μ΄ αρέσει να αισθάνομαι λιμανιώτης. Μπορώ να κάνω ευκολώτερα όνειρα, τα όνειρα ταξιδεύουνε με τα πλοία που φεύγουν, πίνεις στη Μαρσίλλια κρασί "μπωζολαί", παίζεις γροθιές με έναν αλήτη στη Μπαρτσελώνα.

Μπήκα σε μια ταβέρνα και ζήτησα κρασί, "δε θέλω ρετσίνα" είπα, "κρασί αρετσίνωτο". Έπινα και κοιτούσα τα βαπόρια που φεύγανε με θολό μάτι. Ήπια πολύ; Ήτανε παραίσθηση; Ο Πειραιάς αργοσάλεψε. Ταξίδευε ο Πειραιάς - και γω μαζί του - μέσα στη νύχτα.   




Ο Μανώλης Γιαλουράκης (1921 - 1987) γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και είχε καταγωγή από την Κρήτη. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1965 γράφοντας και ασχολούμενος με τη επιμέλεια λογοτεχνικών και εγκυκλοπαιδικών έργων. Το έργο του Ελληνικές Πολιτείες: Πειραιάς δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 1961 στο περιοδικό "Νέα Εστία"     

Μνήμες της 11ης Ιανουαρίου 1944



Του Γιάννη Χατζημανωλάκη

Αυτή την αποφράδα ημέρα Τρίτη 11 Ιανουαρίου 1944 δεν την ξεχάσαμε ποτέ...

Κι ας ήμασταν δεκάχρονα σχολιαρόπαιδα, μαθητές της πρώτης τάξης του οκτατάξιου -τότε- γυμνασίου (αντίστοιχης προς τη σημερινή Πέμπτη Δημοτικού) στο ιστορικό Λύκειο "Ο Πλάτων" του Παλαιολόγου Παπαϊωάννου. Κάναμε μάθημα ακόμα, όταν στις 12.35΄ ήχησαν οι σειρήνες. Μας δίδασκε αν δεν με απατά η μνήμη, Νέα Ελληνικά ένας νέος τότε φιλόλογος -ο μετέπειτα άξιος ποιητής της Θεσσαλονίκης Σαράντος Παυλέας. Αμέσως ο αξέχαστος Λυκειάρχης μας ο Παλαιολόγος Παπαϊωάννου, έδωσε την εντολή να φύγουμε για τα σπίτια μας - μέναμε όλοι κοντά-. Φύγαμε τρέχοντας, μαζί με το συμμαθητή μου και για χρόνια πιστό και αγαπημενό φίλο μου τον Βασίλη Παπαηλιού, και σε δύο τρία λεπτά είχαμε φτάσει στο σπίτι μου στην οδό Ανδρούτσου, στο Πασαλιμάνι. 

Ήταν ένα σύγχρονο για κείνους τους καιρούς σπίτι, χτισμένο γύρω στα 1937, με τις προδιαγραφές της εποχής, το ισόγειο του οποίου χρησιμοποιούσαμε σαν καταφύγειο επειδή παρείχε κάποια εχέγγυα ασφαλείας...ή σωστότερα ίσως, μας δημιουργούσε την ψευδαίσθηση της ασφάλειας... Και ευτυχώς δεν μας πρόδωσε...

Ήταν αρκετοί συγκεντρωμένοι εκεί... Δεν ξέρω γιατί, τραβήχτηκα σε μια γωνιά, κοντά στην πόρτα που οδηγούσε στη σκάλα, από την οποία ανεβαίναμε στην ταράτσα. Δεν είχα προλάβει ν΄ανασάνω όταν, γύρω στις μια παρά δέκα, άρχισε ο βομβαρδισμός. Από το φόβο μου είχα κουρνιάσει στη γωνιά, άφωνος, χωρίς καν μιαν αντίδραση ενώ οι άλλοι και ιδιαίτερα οι γυναίκες και τα παιδιά, αντιδρούσαν με κραυγές φόβου και σταυροκοπήματα. Δεν μιλούσα, κυριολεκτικά, από το φόβο μου. Κι όταν οι βόμβες άρχισαν να πέφτουν πολύ κοντά, η πλησιέστερη σε ακτίνα περίπου 500 μέτρων από το σπίτι, ο εκκωφαντικός θόρυβος από τις εκρήξεις, συνεχής, αδιάκοπος, μου είχε δημιουργήσει την εντύπωση πως οι βόμβες πέφτουν πάνω μας, πως... κατρακυλούσαν λέει, από τις σκάλες της ταράτσας (ανεπανάληπτη παιδική αφέλεια!) για να σκορπίσουν το θάνατο!

Αυτός ο φοβερός εφιάλτης, αυτή η σιωπηρή αγωνία μου, κράτησε όσο περίπου κι ο μεγάλος βομβαρδισμός. Δεν θυμάμαι τώρα πόση ώρα. Μα εμένα μου φάνηκε αιώνας ολάκερος!


Όταν ηρέμησαν τα πράγματα (ας σημειωθεί για την ιστορία, ότι γι΄ αυτόν τον "συναγερμό" ήταν τόση η ταραχή και η αναστάτωση, δεν σήμαναν ποτέ "λήξη" οι σειρήνες! Ανήσυχος όπως ήμουν και πολύ περίεργος για την ηλικία μου, έφυγα κρυφά από το σπίτι για να δω και να μάθω τι συμβαίνει. Ανηφόρισα τη Σωτήρος, έφτασα ως τον "Πειραϊκό Σύνδεσμο" και λίγο πιο πέρα στην Πλατεία Κοραή. Μα δεν μ΄ άφηναν να προχωρήσω περισσότερο οι Γερμανοί που είχαν "μπλοκάρει" την περιοχή, όπου είχαν σημειωθεί οι μεγαλύτερες καταστροφές.... Το θέαμα που όμως, έστω και για λίγο, αντίκρυσα ήταν απελπιστικά τραγικό...

Ότι απέμεινε από το σπίτι του εμπόρου Κωνσταντίνου Δάβου στην οδό Ευριπίδου 48 στο κέντρο του Πειραιά


Όταν γύρισα στο σπίτι δεν άκουσα όπως περίμενα τον "εξάψαλμο" από τον πατέρα μου. Ήταν τόσο μεγάλη η ένταση των στιγμών που όπως φαίνεται, η σύντομη απουσία μου πέρασε απαρατήρητη. Όμως αμέσως κατάλαβα πως προετοιμαζόμαστε για αναχώρηση. Ο πατέρας μου είχε ήδη πείσει τη μάνα μου να πάρει μαζί της τα απολύτως απαραίτητα και να φύγει μαζί μ΄ εμένα και το μικρότερο αδελφό μου Κώστα για την Αθήνα. Ο ίδιος και τα άλλα δύο αδέλφια μου, τα μεγαλύτερα, θα έμεναν όπως είπε, για να ασφαλίσουν το σπίτι και να ετοιμάσουν με μεγαλύτερη άνεση τα "μπαγκάζια" για την αναγκαστική αυτή μετοικεσία. Εγώ ένιωθα σαν χαμένος. Και η αντίδρασή μου ήταν- τί άλλο;- η αντίδραση ενός παιδιού. Πήρα τη σχολική σάκα μου, άδειασα από μέσα βιβλία και τετράδια, αφήνοντας μόνο τα μολύβια κι ένα μπλόκ με γαλάζιες "χαρακωμένες" κόλλες κι έβαλα μέσα τα λίγα "στρατιωτάκια" μου τα μοναδικά της εποχής, δύο βιβλία του Ιουλίου Βέρν, που ήταν ο μάγος των παιδικών μου χρόνων κι ένα δύο ακόμα προσωπικά αντικείμενα που αγαπούσα.

Ερείπια του ξενοδοχείου ΚΟΝΤΙΝΕΝΤΑΛ στο λιμάνι μεταπολεμικά

Φύγαμε κατά τις 4 το απόγευμα, ενώ ακόμα μαύροι καπνοί από τα συντρίμμια και τις φωτιές, τύλιγαν τη πόλη, με συντροφιά δύο - τρεις γείτονες και προευτήκαμε, ακολουθώντας ένα ολάκερο καραβάνι έντρομων Πειραιωτών που εγκατέλειπαν τις εστίες τους, πεζοί ως την Καλλιθέα. Κι από εκεί με το "κίτρινο" τραμ, φτάσαμε στην Αθήνα. Η εικόνα που αντικρύσαμε στην Πλατεία Ομονοίας ήταν εντελώς διαφορετική από την εικόνα του τρόμου και του θανάτου που ζήσαμε στον Πειραιά. Μια πόλη που έσφυζε από ζωή. Με τη συνηθισμένη της κίνηση. Μ΄ ένα ρυθμό που έδειχνε πως οι άνθρωποι αυτοί δεν ήξεραν ή δεν είχαν αντιληφθεί την έκταση της τραγωδίας που είχε ζήσει ο Πειραιάς, λίγες ώρες πριν.... Κι ας χώριζε τις δύο πόλεις απόσταση λιγότερη από δέκα χιλιόμετρα....



Βρήκαμε προσωρινά "κατάλυμα" εκείνο το βράδυ στο σπίτι μιας εξαδέλφης της μάνας μου, στην οδό Λήμνου, κοντά στην Πλατεία Αμερικής. Οι άνθρωποι μας αγκάλιασαν με τη στοργή τους. Κι όταν άρχισε ο βραδινός βομβαρδισμός του Πειραιά, αισθητός και στην Αθήνα, που όλες όμως αυτές τις "περιπέτειες" τις ζούσε, ως "ανοχύρωτη πόλη" από μακριά, προσπάθησαν να μας παρηγορήσουν και ν΄ απαλύνουν την αγωνία μας για την τύχη των δικών μας, που είχαν μείνει στον Πειραιά. Και ξενύχτησαν μαζί μας... Στιγμές συμπαράστασης και ανθρωπιάς που δεν λησμονιούνται.



Από εκείνο το βράδυ άρχισε η περιπέτεια της "προσφυγιάς" μας στην Αθήνα που κράτησε κοντά τρεις μήνες. Με αλλεπάλληλες μετοικίσεις από το σπίτι του ενός συγγενή στου άλλου, με χωριστή διαμονή των μισών, είμαστε πολλοί, πού και πώς να φιλοξενηθούμε όλοι σ΄ ένα σπίτι; με δυσκολίες, ταλαιπωρίες, προβλήματα, που γίνονταν καθημερινά οξύτερα από την φοβερή κακοκαιρία της εποχής, με τις χαμηλές θερμοκρασίες και τις χιονοπτώσεις. και όπου -τότε- μας δόθηκε η ευκαιρία, παράλληλα με την αναλγησία πλούσιων συγγενών να γνωρίσουμε σαν χτυπητή πράγματι, αντίθεση αλλά και πολύτιμη εμπειρία, την εκδήλωση στοργής και αγάπης φτωχών και σκληρά αγωνιζόμενων για τον "επιούσιο" συγγενικών επίσης προσώπων, που μας παραχώρησαν το ένα από τα δύο δωμάτια του "φτωχικού" τους για να μείνουμε στο μεγαλύτερο διάστημα της παραμονής μας στην Αθήνα.

Πάντα σε κάθε τόπο και σε κάθε καιρό, το ίδιο "σκηνικό". Οι άνθρωποι! Και τα ανθρωπάκια! 

Όταν πήρε, επιτέλους ο πατέρας μου τη σωστή απόφαση να γυρίσουμε στον έρημο ακόμα και καθημαγμένο Πειραιά, θυμάμαι κι ας μη φανεί περίεργο, την ημερομηνία, ήταν 5 Απριλίου 1944, μια εσπέρα εαρινής ευδίας, ανασάναμε. Στο σπίτι μας, σ΄ αυτό το ευλογημένο σπίτι της οδού Ανδρούτσου 182β, ξαναβρήκαμε τις ανέσεις που τόσους μήνες είχαμε στερηθεί, ξαναβρήκαμε το σωστό ρυθμό της ζωής μας. Κι εγώ ξαναβρήκα τα "λημέρια" μου στο Πασαλιμάνι, στη Φρεαττύδα, στην Πλατεία Κοραή. Δεν έλειψαν, βέβαια, στο διάστημα που μεσολάβησε ως την απελευθέρωση, οι δυσκολίες, τα προβλήματα, οι ταλαιπωρίες με τους συνεχείς, κυρίως νυχτερινούς - βομβαρδισμούς των "συμμάχων". Αλλά όλα αυτά τα αντιμετωπίσαμε με περισσότερη ψυχραιμία, με καρτερία θα έλεγα, σ΄ αυτό το σπίτι που στάθηκε σ΄ εκείνα τα σκοτεινά και αβέβαια χρόνια της Κατοχής αληθινή εστία ζωής όχι μόνο για μας αλλά και για τους πολλούς φίλους μας...

1945 - Οικογένεια χωρίς πατέρα (φωτογραφία Βούλα Παπαϊωάννου)

Γυρίσαμε στον Πειραιά την τελευταία εβδομάδα πριν από το Πάσχα. Ακολούθησε η Μεγάλη Εβδομάδα. Σε μια ατμόσφαιρα πράγματι κατανυκτική. Κι έφτασε επιτέλους η μεγάλη χαρά της Λαμπρής. Με κάπως καλύτερες συνθήκες από τα προηγούμενα χρόνια. Υπήρχε λίγο κρέας. Υπήρχαν αυγά. Και έστω όχι πλούσιο, όπως άλλοτε, θα μπορούσε ωστόσο να "στηθεί" το πασχαλινό τραπέζι. 

Δεν ξεχνώ, κι ούτε πρόκειται να ξεχάσω, όσα χρόνια κι αν περάσουν, εκείνο το Πάσχα, το τελευταίο της Κατοχής: 16 Απριλίου 1944. Με ελάχιστους μόνο πιστούς του πειραϊκού χώρου, που αψηφώντας τον καθημερινό κίνδυνο, είχαν εγκαταλείψει την "ασφάλεια" της Αθήνας, ανάμεσά τους κι εμείς, αποφασισμένοι να συνεχίσουν την απλή καθημερινή τους ζωή στη ρημαγμένη πολιτεία. Παρά την οδύνη και τη μοναξιά του τώρα, παρά την αβεβαιότητα του αύριο...


Είσαστε Πειραιώτης;

Η Ανάσταση θα γινόταν το πρωί, όπως συνηθιζόταν στα χρόνια της Κατοχής. Όσο κι αν ήταν πλησιέστερες στη γειτονιά μας οι μεγάλες εκκλησίες που βρίσκονταν στο λιμάνι, ούτε λόγος γινόταν γι΄ αυτές. Η φρίκη της 11ης Ιανουαρίου είχε μείνει ακόμα έντονα αποτυπωμένη στην όραση και τη μνήμη μας. Ξεκινήσαμε λοιπόν για την εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, που βρίσκεται στην Πλατεία της Αλεξάνδρας.

Το σχέδιο του ναού της Αγίας Αικατερίνης στην Πλατεία Αλεξάνδρας όπως υποβλήθηκε προς το Εκκλησιαστικό Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης.
Ο θεμέλιος λίθος του ναού τέθηκε το Νοέμβριο του 1936

Μοναδική η πασχαλινή αιθρία. Ανοιξιάτικο μεθύσι γύρω μας. Μεθύσι ομορφιάς κι ελπίδας. Ο παπά - Γρηγόρης, ο εφημέριος της Αγίας Αικατερίνης, θ΄ ανάσταινε στο προαύλιο της εκκλησίας, καταστόλιστο από λουλούδια. Ανεπανάληπτη η στιγμή. Εικοσιπέντε ως τριάντα όλοι κι όλοι που απαρτίζαμε το εκκλησίασμα. Μια συντροφιά δηλαδή, γνωστοί μεταξύ μας, που η μοναδικότητα της στιγμής μας έκανε να νιώθουμε περισσότερο οικείοι, σαν μια οικογένεια. Ανάψαμε τα κεριά, παίρνοντας φως "εκ του ανεσπέρου φωτός". Με κατάνυξη παρακολουθήσαμε τον όρθρο, μ΄ εκείνη τη γεμάτη υποσχέσεις συμβολική προέκταση του "Χριστός Ανέστη". Κι ας ήμασταν παιδιά, νιώθαμε σ΄ όλη τη θαυμαστή της πληρότητα, την ιερότητα και των ωραιότητα της στιγμής. Μετά, δύο εγκάρδιοι λόγοι του παπά - Γρηγόρη "και για τη δική μας σύντομη ανάσταση" που έμελλαν, την ίδια χρονιά, να δικαιωθούν, δύο θερμοί πατρικοί του ασπασμοί, γεμάτοι προσδοκία. Η καρδιά έμελλε καθώς μετουσιώνονταν άμεσα εντός μας οι εγκάρδιοι λόγοι του παπά-Γρηγόρη. Τα μάτια υγραίνονταν αντικρίζοντας την τρεμάμενη όψη του γέροντα και ζητούσαν διέξοδο στη λυτρωτική όραση της γαλάζιας έκτασης του Σαρωνικού που απλωνόταν μπροστά μας, γαλήνια και απεριόριστη σαν μια υπόσχεση ελευθερίας...

Πλατεία Κανάρη 1948 - Απόσπασμα φωτογραφίας του Mark Kauffman

Εκείνη την Ανάσταση που ήταν και η τελευταία της Κατοχής, ζήσαμε όλοι έντονα την προεισαγωγή της εθνικής μας ανάστασης. Και φεύγοντας από την εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, μετά τη λειτουργία, νιώθαμε σα να΄ χαν αλαφρώσει τα στήθια μας από κάποιο βάρος που ασφυχτικά τα πλάκωνε τρία ολάκερα χρόνια. Είχαμε με μιας ξεχάσει τη φρίκη της σκλαβιάς, τη φρίκη του πολέμου. Οι ώρες κι οι στιγμές είχαν γεμίσει υποσχέσεις και προσδοκίες. Κάτι περισσότερο: Είχαν γίνει όλες μια προσδοκία. Κι αυτή η συνειδητή βίωση της μεγάλης προσδοκίας είχε δονήσει το "είναι" μας ολάκερο τόσο, που μπόρεσε ακόμη ν΄ απαλύνει και τα στεγνά, ανέκφραστα πρόσωπα των Γερμανών φρουρών του χώρου της πλατείας που αντικρίσαμε βγαίνοντας από την εκκλησία. Τους νιώθαμε κι αυτούς σαν να μας χαμογελούσαν, σαν να΄ ρχονταν για πρώτη φορά κοντά μας.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Φιλολογική Στέγη" Περίοδος Β΄- Τεύχος 19 (Ιαν.- Φεβ. - Μαρ. 2009) με τον τίτλο "Μνήμες πικρών ημερών της Κατοχής"