"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Μουνυχία, η ακρόπολις του Πειραιώς και των Αθηνών!


Γράφει ο συγγραφέας κ. Γιώργος Λεκάκης,

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΜΟΥΝΥΧΙΑ

ΜΕΡΟΣ 1ο

Η Μουνυχία [ή Μουνυχίη ή Μωνυχία ή (το) Μουνύχιον] είναι ο υψηλότερος λόφος (86,59 μ.) του Πειραιώς. Επήρε το όνομά της, από τον ήρωα Μούνυχο[1] (του Παντακλέους ή Παντευκλέους), που πρώτος κατέλαβε το ύψωμα, και ίδρυσε επ’ αυτού ιερόν της Μουνυχίας Αρτέμιδος. Αυτός ήταν αρχηγός των Μινυών, που εκδιώχθησαν από τον Μινύειο Ορχομενό Βοιωτίας, από τους Θράκες.[2] Κατ’ άλλους όμως, ήταν αυτόχθων βασιλεύς, που εκχώρησε την Μουνυχία στους Μινύες. Στον Πειραιά είχε ιδιαίτερο τέμενος ή ναό. Τέλος, ίσως ο βράχος να επήρε το όνομά του επειδή γυμνός καθώς φάνταζε τότε, έμοιαζε με μονό νύχι (οπλή) αλόγου…

Ο Πειραιώτης που κατοικούσε εδώ ελέγετο Μουνύχιος και η Πειραιώτισσα Μουνυχιάς.

Από την αρχαιότητα αυτός ο βράχινος λόφος είχε εκτιμηθεί, και σε συνδυασμό με την καλή ακτή του, αντιλήφθηκαν ότι μπορεί να προσφέρει καλή οχύρωση και άμυνα. Και πράγματι, ο λόφος χρησιμοποιήθηκε για οχύρωση της νήσου του Πειραιώς[3], και έγινε η ακρόπολίς του. Πάνω σε αυτόν ιδρύθη ο πρώτος οργανωμένος οικισμός της περιοχής, από τους Μινύες.[4] Αλλά ήταν και ένα είδος ασύλου: Εδώ κατέφευγαν οι αρνούμενοι να δεχθούν το αξίωμα του τριηράρχου[5], όσοι αισθάνονταν αδικημένοι, και οι διωκόμενοι για εγκλήματα![6]

Η Μουνυχία καταλάμβανε την έκταση από το (νυν) Πασσαλιμάνι έως και την Καστέλλα[7] εκεί που ταπεινούται προς Φάληρο. Η Μουνυχία, η Ζεία (Ζέα-Πασαλιμάνι) και ο Κάνθαρος ήταν τα τρία λιμάνια του Πειραιώς.[8]

Η Μουνυχία είχε πολλούς ναούς και βωμούς. Περιφημότεροι: Της Αρτέμιδος[9] και της Σωτείρας Ελλιμενίας Αρτέμιδος, του Απόλλωνος, του Ασκληπιού, του Διονύσου, της Βένδιδος, της Μεγάλης Μητέρας Θεάς, της Κυβέλης[10], κ.ά. Οι συλλατρείες Διονύσου-Βένδιδος-Κυβέλης αποδεικνύουν την ύπαρξη παλαιοτάτου θρακο-μακεδονικού στοιχείου στον Πειραιά.

Η Άρτεμις πανηγυριζόταν τον μήνα Μουνυχιώνα, όταν τελούνταν και τα Μουνύχια (την 16η Μουνυχιώνος, δηλ. αντίστοιχα με το σημερινό διάστημα Μαρτίου-Απριλίου)[11]. Ήταν ο 10ος μήνας του αθηναϊκού ημερολογίου. 

Κι αυτό, γιατί, έλεγαν πως η θεά Άρτεμις εμφανίσθηκε απ’ εδώ, απ’ τον ναό της, ως λαμπρά πανσέληνος, κι εφώτισε τους Αθηναίους στην Ναυμαχία της Σαλαμίνος! Κατά την ημέρα της εορτής της, προσέφεραν στην θεά τυρόπλαστους παλκούντες[12] «αμφιφώντων» (επειδή η εορτή ήταν ανάμεσα σε δυο φώτα: Την ανατολή του Ηλίου και την δύση της Σελήνης). Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο ναός της Αρτέμιδος ήταν στην κορυφή του (νυν) Προφήτ’ Ηλία, για να υπάρχει ορατότης προς την Σαλαμίνα, και να βλέπονται δυο «φώτα» (ανατολή και δύση). Η λατρεία της κόρης της Λητούς στην Μουνυχία Πειραιώς ήταν απ’ τις κορυφαίες και επιφανέστερες στην αρχαία Ελλάδα![13]

Στο ιερό της Μουνυχίας (όπως και της Βραυρώνος) διέτριβαν ιερές άρκτοι. Κάποτε, που φονεύθηκε μια τέτοια, έπεσε λιμός στην Αθήνα! Ο χρησμός είπε πως για να σωθεί η μιαρή πόλις πρέπει να θυσιασθεί στον βωμό της Μουνυχίας Αρτέμιδος η θυγατέρα κάποιου πολίτη. Τότε εμφανίσθηκε ο Πειραιώτης Έμβαρος (ή Βάρος) και είπε πως δέχεται να θυσιάσει την κόρη του, αρκεί να έμενε στην οικογένειά του το ιερατικόν αξίωμα! Αλλά αντί της κόρης, προσεκόμισε στον βωμό αίγα ντυμένη γυναικεία, ή, κατ’ άλλην εκδοχή, προσέφερε όντως την κόρη του, κερδίζοντας για τα τέκνα της την ιερατεία. Έτσι έμεινε παροιμιώδης φράσις στα χείλη των Ελλήνων το «Έμβαρος ειμί» ή «Έμβαρος ει», για κάθε πανούργο, παραπαίοντα και ανόητο άνδρα…

Από το 1855 είχε αναφερθεί εδώ πάνω «επίπεδον ύψωμα περίεργον δια τους παρατεταγμένους εκεί κατὰ γραμμὴν λίθους». Το σημείο παρατήρησε ο Γάλλος συνταγματάρχης, διευθυντὴς του εν Πειραιεί στρατιωτικού αποσπάσματος, και διέταξε ανασκαφή. Άλλωστε τέτοιες οδηγίες είχαν από τις χώρες τους: Όπου βρίσκουν αρχαία να σκάβουν, να τα κλέβουν και να τα στέλνουν στις χώρες τους, να γεμίζουν τα μουσεία τους... Αμέσως ευρέθη μια μαρμάρινη πλάκα, που:
·         Επιβεβαίωνε την ύπαρξη του ναού της Αρτέμιδος, όπου διατηρείτο Μητρώον,
·         Την εορτή αυτής κατά τον μήνα Μουνυχιώνα.
·         Αναφέρεται ο θεσμός του ιεροταμία[14]. Αναφέρεται το όνομα του Ερμογένους Παιονίδη, που δεν ήταν ετήσιος.
·         Υπήρχε ο θεσμός των Οργεώνων ή Γεννητών. Αυτοί που λατρεύουν κάτι κοινό, δηλ. θιασώτες, των οποίων ο κύριος σκοπὸς ήταν η ἐπιμέλεια και λατρεία κοινών ιερών.[15]

Άποψη λόφου Καστέλλας 1901

Η επιγραφή, γραμμένη στην καθομιλουμένη (δημοτική) και όχι σε λόγια γλώσσα, χρονολογήθηκε λίγο προ των ρωμαϊκών χρόνων, και αυτό έχει την αξία του, για να μάθουμε την ζωή του Πειραιώς, λίγο προ την ολοσχερή καταστροφή του από τον Σύλλα. Το κείμενο της επιγραφής, διέσωσε και διάβασε ο τότε φοιτητής της Φιλολογικής Σχολής, Α. Ι. Αντωνιάδης και το δημοσίευσε. Η «ανασκαφὴ» εξακολούθησε. Η επιγραφή κατετέθη στην… οικία του Γάλλου συνταγματάρχου! Ευρέθησαν και δύο ωραίες προτομές (bustes), επί μιας των οποίων ευρίσκεται και επιγραφή![16]

Στον λόφο της Καστέλλας (ή «του Προφήτ’ Ηλία») θα πρέπει να υπήρχε και αρχαίος ναός, υπέρ του Απόλλωνος, πάλι όπου τώρα ο Ι.Ν. Προφήτ’ Ηλία.

Ο ναός της Βένδιδος (Βενδίδειον ιερόν)[17] ήταν κι αυτός όχι μακράν αυτού της Αρτέμιδος. Η Βένδις ήταν μια θρακική θεά, που αργότερα στην ενσωμάτωση έγινε επίθετο της Αρτέμιδος. Στις υπώρειες της Μουνυχίας είχαν βρεθεί, λαξευμένα στον βράχο, αρχαία οικήματα, τάφοι, και θέσεις, οι λεγόμενες «νύμφες».

Άλλες σημαντικές αρχαίες εορτές του Πειραιώς ήταν τα Βενδίδεια και τα  Περαία.

Το 1872 η Μουνυχία ήταν μια από τις τοποθεσίες που η ελληνική διπλωματία έφερνε τις ξένες διπλωματικές αποστολές, προς ξενάγηση και ευχαρίστηση, μετά την επίσκεψη στις αρχαιότητες της Ακροπόλεως και του Θησείου! Έτσι έκαναν ο βασιλεύς και η βασίλισσα, κατά την επίσκεψη του δουκός και της δουκίσσης του Μεκλεμβούργου «μεθ’ όλου του επιτελείου των».

 Μάλιστα «η Ακρόπολις, το Θησείον, η Μουνυχία ως και άλλοτε ήσαν κατάφωτα εκ βεγγαλικών φώτων»![18] Τι τους έδειχναν άρα γε; Το 1878 η τότε βασιλική οικογένεια, Γεωργίου Α΄ και Όλγας, είχε χρησιμοποιήσει τα 2 από τα 7 νεόδμητα αρχοντικά του Τσίλερ στην Καστέλλα για να κάνει εκεί τις θερινές της διακοπές! Αυτά τα πανέμορφα αρχοντικά, η παραμονή της βασιλικής οικογενείας, και τα θαλάσσια μπάνια (λουτρά) στο Πασαλιμάνι, έκαναν την περιοχή πρώτης τάξεως κοσμοπολίτικο θέρετρο…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


[1] Επειδή το όνομα το πρωτοβρίσκουμε στους Κενταύρους, με τον Μούνυχο να είναι ένας από τους άτυχους Κενταύρους στον πόλεμο κατά των Λαπίθων, και από αυτήν την θεσσαλο-μινυακή μυθολογία επέρασε στα ονόματα των Μινυών, η γραφή με «υ» είναι ορθοτέρα και να σημαίνει τον έχοντα ένα νύχι (μόνυχο), παραπέμποντας στην οπλή των αλογοσώματων κενταύρων. Πάντως συναντάται και με «ι».
[2] Βλ. Διόδ., Ελλάν. Frgm., σχολ. Δημοσθ. 18.107b.
[3] Η πειραϊκή χερσόνησος διαχωρίσθηκε από την αττική γη με θαλάσσια ζώνη, κατά το τέλος της Τριτογενούς περιόδου. Στην Τεταρτογενή περίοδο οι προσχώσεις του Κηφισού ποταμού την μετέβαλαν σε ελώδη περιοχή που ονομάσθηκε Αλίπεδον ή Αλαί (τμήμα του νυν Νέου Φαλήρου). Ήταν λοιπόν νησί, γι’ αυτό και ονομάσθηκε Περαιεύς, εκ του ρ. «περαιόω» (= περαιώ, διαπορθμεύω > πέραμα) - Βλ. και Γ. Λεκάκη «Τελικά ο Στράβων είχε (πάλι) δίκιο για το αρχαίο νησί του Πειραιά: Η “Ατλαντίδα του Σαρωνικού”», στην εφημ. «Ελευθερία» Λονδίνου, 25.4.2013.
[4] Ο Πειραιεύς ιδρύεται αργότερα, κατά τον 5ο αι. π.Χ.
[5] Αυτοί έπρεπε με ίδια χρήματα να συντηρούν για έναν χρόνο μια τριήρη και το πλήρωμά της, ούτως ώστε να είναι πάντα ετοιμοπόλεμη και διαθέσιμη.
[6] Βλ. σχολ. Δημοσθ. 18.185. Αυτό ακριβώς, ότι η πειραϊκή χερσόνησος ήταν καταφύγιο κακοποιών έδωσε την όποια κακή φήμη στους Πειραιώτες, που φυσικά την έχουν όλοι οι κάτοικοι μεγάλων λιμανιών σε όλον τον κόσμο.
[7] Βλ. άρθρο Διον. Σουρμελή, γραφέν στις 9.3.1843, και δημοσιευθέν στην εφημ. «Αιών» (αρ. φ. 427, 24.3.1843), στο οποίο εσχολίαζε τα λάθη στην διατριβή του Κ. Ουλερίχου «Οι λιμένες και τα Μακρὰ τείχη των Αθηνών»
[8] Το αρχαίο λιμάνι του Πειραιώς ήταν μεγαλύτερο του σημερινού: Ξεκινούσε από το Φάληρο και περιέκλειε την (νυν) Ακτή Μιαούλη! - βλ. Κλεάνθη και Σάουμπερτ.
[9] Αντικείμενα σχετικά με την λατρεία της, από  το ιερό της Αρτέμιδος Μουνυχίας, μπορείτε να ιδείτε στο Αρχ. Μουσείο Πειραιώς. Και σε αυτόν τον ναό της Αρτέμιδος ευρέθη «κρατηρίσκος, που κοσμείται με μορφές νεαρών κοριτσιών, αντιπροσωπευτικό δείγμα των αγγείων της κλασικής εποχής, συνδεομένων με την λατρεία της θεάς Αρτέμιδος. Έχει καλυκωτό σώμα, υψηλό κωνικό πόδι και διπλές οριζόντιες λαβές. Σε κάθε πλευρά του σώματος, μεταξύ των λαβών, απεικονίζονται τρεις νεανίδες, που τρέχουν ή χορεύουν με ευρύ διασκελισμό. Το σώμα τους αποδίδεται με υπόλευκη βαφή, ενώ το κεφάλι με σκούρα καστανή. Επάνω από την μία σωζόμενη λαβή εικονίζεται ορθογώνιος βωμός με φλόγα, που επιστέφεται από υπόλευκες έλικες. Η εσωτερική επιφάνεια του αγγείου και το πόδι κοσμούνται από σύστημα παράλληλων σκουροκάστανων ταινιών. Αγγεία αυτού του είδους έχουν ευρεθεί σε διάφορα ιερά της Αρτέμιδος και πλην της Μουνυχίας, και στης Ταυροπόλου, Αυλιδίας, Αριστοβούλης στην Αγορά, Βραυρώνιο Ακρόπολης, Σπήλαιο Πανός και Νυμφών. Οι απεικονιζόμενες νεανίδες έχουν ερμηνευθεί ως άρκτοι, τα κορίτσια που αφιερώνονταν στη θεά. Λόγω της ύπαρξης ιχνών καύσης σε ορισμένες περιπτώσεις, έχουν ερμηνευθεί ως θυμιατήρια, δεν αποκλείεται, όμως, να χρησιμοποιούνταν και για την προσφορά σπονδών» (ΠΗΓΗ: Υπ. Πολ.).
[10] Λατρευτικό άγαλμα της Κυβέλης ευρέθη στο (νυν) Μοσχάτο. Μπορείτε να το δείτε στο Αρχ. Μουσείο Πειραιώς.
[11] Τι εξαιρετική σύμπτωση: Και σήμερα, το μεγαλύτερο πανηγύρι της περιοχής, γίνεται την 25η Μαρτίου, όταν εορτάζει η εκκλησιά της Ευαγγελίστριας!
[12] Σήμερα τα λέμε «τσιζ-κέικ».
[13] Μαζί με την λατρεία της θεάς στην Βραυρώνα, τις Φέρραις Θεσσαλίας, την Σπάρτη, κ.α. – βλ. και Μύλλερ (Dor. I, σελ. 372-385-391), Ν. Γ. Πολίτη στην εφημ «Αιών», αρ. φ. 4134, 9.4.1883, και Γ. Λεκάκη «Τα 300 επίθετα της Αρτέμιδος και τι μας μαρτυρούν για την θεά!».
[14] «Όπως και εν Αθήναις τα μεγάλα ιερά είχαν ιδιαιτέρους ταμίες. Οταν καθιερώθη ο Παρθενών, διωρίσθη ταμίας των ιερών χρημάτων της Αθηνάς, και άλλοι 9 για τα άλλα ιερά ομού. Ετήσιοι, κληρούμενοι εκ των πλουσιωτάτων, δηλ. των πεντακοσιομεδίμνων, εισπράττοντες και διατηρούντες τα στους θεοὺς ανήκοντα χρήματα εξ αφιερωμάτων, λαφύρων κλπ. και ιδίως εκ των δημευομένων, οι μεν της Αθηνάς την δεκάτην, οι δε των άλλων θεών την πεντηκοστήν. Και έχοντες εξουσίαν όταν περὶ δημεύσεως απόφασις τους φαινόταν άδικος να την αναιρούν»! Είναι συγκλονιστικό να καταλάβουμε, πως η δικαιοσύνη στην αρχαία Αθήνα, τουλάχιστον, ήταν ανεξάρτητη. Κάθε ιεροταμίας μπορούσε, λοιπόν, να παραβλέψει ή να ακυρώσει μια απόφαση δικαστηρίου! – βλ. Α. Ι. Αντωνιάδης στην εφημ. «Αθηνά» (26.9.1855), Μέγα Ετυμ.
[15] Αυτοί δεν είχαν συγγενική σχέση μεταξύ τους, αλλά μόνο κοινή λατρευτική. («Ουδὲ απὸ του αυτού αίματος, αλλ’ ετέραν τινὰ κοινωνίαν έχοντες συγγενικών οργίων ή θεών, αφ’ ων ὀργεῶνες οἱ κατὰ δήμους ἐν τακταῖς ἡμέραις θύοντες θυσίας τινάς», Μ. Ἐτυμ.
[16] Βλ. εφημ. «Αθηνά», αρ. φύλ. 2318, 26.9.1855.
[17] Βλ. Ξεν. «Ελλ.» 2.4.11.
[18] Βλ. εφημ. «Εθνοφύλαξ», αρ. φυλ. 2435, 28.3.1872.

Το Πειραϊκό έθιμο των εκλογικών τενεκέδων



Του Στέφανου Μίλεση

Είναι γεγονός πως πολλά έθιμα που κάποτε βρισκόντουσαν το επίκεντρο της καθημερινότητας, σήμερα δεν υφίστανται πια. Και δεν μιλάμε για έθιμα της αρχαιότητας ή της τουρκοκρατίας αλλά για σχετικά σύγχρονα, της νέας δηλαδή εποχής. Ένα από αυτά είχε βρει τη θέση του στον Πειραιά και είχε προβληματίσει πολλούς επώνυμους άνδρες στην εποχή τους. 

Μιλώ για το έθιμο του τενεκέ! Και λέγοντας τενεκέ δεν αναφέρομαι στον τύπο του μέταλλου, αλλά στο συμβολισμό του, που είχε την έννοια της επικύρωσης μιας πολιτικής αναμέτρησης. Και αυτό διότι ο τενεκές ήταν εκείνος που επισφράγιζε την επιτυχία ή την αποτυχία μιας εκλογικής αναμέτρησης. Και οι υποψήφιοι είχαν φτάσει στο σημείο, να μην συλλογίζονται τόσο την εκλογική τους ήττα, όσο το έθιμο του τενεκέ! Σύμφωνα λοιπόν με αυτό το "βάρβαρο" έθιμο για τους πολιτικούς υποψηφίους, στους ηττημένους των εκλογών κρέμαγαν έξω από τα σπίτια τους τενεκέδες!

Αυτή η "κακή" συνήθεια είχε βρει πρόσφορο έδαφος σε όλα τα αστικά κέντρα της Ελλάδας, αλλά ειδικά στον Πειραιά αποτελούσε μια πραγματικότητα κάθε εκλογικής αναμέτρησης, που έφτασε να απασχολεί και να προβληματίζει όλους τους υποψηφίους Δημοτικών ή Εθνικών εκλογών. Και όσο διασκέδαζε τους νικητές των εκλογικών αναμετρήσεων, τόσο προκαλούσε δυστυχία στους ηττημένους, καθώς ο τενεκές είχε ταυτιστεί με τον χλευασμό της ήττας, την κοροϊδία, την περιφρόνηση. Το φάντασμα του Τενεκέ πλανιόταν πάνω από τους υποψηφίους των εκλογών τόσο απειλητικά, που ακόμη και μεγάλα ονόματα όπως ο βιομήχανος Θεόδωρος Ρετσίνας ή ο Τρύφων Μουτζόπουλος έλεγαν κατά καιρούς "σιγά μην τους αφήσω να μου κρεμάσουν τενεκέδες" εννοώντας πως θα κερδίσουν στις εκλογές.

Το έθιμο του τενεκέ μπορεί κανείς να το παρατηρήσει, εάν μελετήσει τα δημοσιεύματα των εφημερίδων της εποχής ειδικά μεταξύ του 1850 έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1930 με μια μικρή κάμψη του εθίμου την περίοδο από το 1916 έως την καταστροφή του '22, καθώς λόγων των έντονων πολιτικών παθών η Ελλάδα είχε οδηγηθεί στον διχασμό (Βενιζελικοί και Αντιβενιζελικοί) και κάθε προσβολή ακόμη και εκείνη του τενεκέ, ξεπληρωνόταν με αίμα. 
Φυσικά το έθιμο δεν διέφυγε της προσοχής και του Παύλου Νιρβάνα ο οποίος αρθρογράφησε σχετικώς στην εφημερίδα "Ακρόπολις" της 5ης Ιουλίου 1933 με τίτλο "Η μοίρα ενός Συμβούλου".

Ο Παύλος Νιρβάνας

Δεν προλάβαινε να τελειώσει λοιπόν κάποια εκλογική αναμέτρηση και με τα πρώτα αποτελέσματα, οι θερμόαιμοι έτρεχαν να κρεμάσουν τενεκέδες στα σπίτια ή στα εκλογικά τμήματα των υποψηφίων που φαίνονταν ότι θα έχαναν τις εκλογές. Και αυτούς τους τενεκέδες δεν τους κρεμούσαν απλώς, αλλά τους χτυπούσαν μετά μανίας για νύχτες ολόκληρες. Αλίμονο στους γείτονες που είχαν την ατυχία να μένουν δίπλα ή στον ίδιο δρόμο με κάποιο ηττημένο των εκλογών.

Ο Νιρβάνας μας πληροφορεί, πως στον Πειραιά οι φίλοι ενός υποψήφιου δημάρχου, βέβαιοι για τη νίκη τους είχαν γεμίσει μια μάντρα ολόκληρη από γκαζοτενεκέδες. Ότι τενεκέ έβρισκαν μπροστά τους, σκουπιδιών φαράσια, τρύπια ποτιστήρια τα είχαν συγκεντρώσει μέσα σε εκείνη τη μάντρα. Στις εκλογές όμως που ακολούθησαν έχασαν! Και τότε οι αντίπαλοι που έμαθαν τι τους ετοίμαζαν, έσπασαν την πόρτα της μάνδρας, άρπαξαν τους τενεκέδες και τους κρέμασαν στις πόρτες εκείνων που τους ετοίμαζαν το ίδιο. Και επειδή οι τενεκέδες που είχαν βρεθεί ήταν πολλοί, κρέμασαν όχι μόνο στα σπίτια τους αλλά και στα γραφεία τους και στα μαγαζιά τους.

Αυτού του εθίμου δεν διέφευγε κανείς, όσο σημαντικός κι αν ήταν, όσο σεβασμό κι αν εξέτρεφε η πόλη στο πρόσωπό του. Δεν αποτέλεσε εξαίρεση ούτε κι ο ιατρός φιλόσοφος του Πειραιά, ο Θεόδωρος Αφεντούλης, που ήταν μεταξύ άλλων και σπουδαίος ρήτορας. Για αυτή τη ρητορική του, είχε αναμιχθεί σε πολιτικούς αγώνες, υποστηρίζοντας τον έναν ή τον άλλον υποψήφιο. Μια ομιλία και μόνο του Αφεντούλη ήταν ικανή να αλλάξει το εκλογικό αποτέλεσμα την παραμονή της αναμέτρησης. Κάποτε όμως ο υποψήφιος που υποστήριζε ο Αφεντούλης έχασε και οι αντίπαλοι δεν χαρίστηκαν στον ιατρό. Μόλις τα αποτελέσματα έγιναν γνωστά ο Αφεντούλης αναγκάστηκε να βγει από το σπίτι του στην Φρεαττύδα από το παράθυρο, καθώς του είχαν κρεμάσει δεκάδες γκαζοτενεκέδες στην πόρτα.

Ο Αφεντούλης ενοχλήθηκε πολύ, καθώς πίστευε πως οι Πειραιώτες τον σεβόντουσαν και τον αγαπούσαν και πως δεν θα του "κρεμούσαν τενεκέδες". Έτσι έφυγε για την ιδιαίτερη πατρίδα του το Πήλιο, από όπου έγραψε μια επιστολή προς τις εφημερίδες δείχνοντας την υπέρμετρη ενόχλησή του. Σε εκείνη την επιστολή παρομοίαζε την περίπτωσή του ως μια επανάληψη της ιστορικής καταδίκης του αρχαίου Μιλτιάδη! Τόσο είχε ενοχληθεί. Γεγονός ήταν πως άργησε πολύ να επιστρέψει στον Πειραιά.

Το έθιμο αυτό είχε φτάσει να πάρει τέτοιες διαστάσεις που ακόμη και πριν τις εκλογές έστελναν οι πολιτικοί αντίπαλοι με το ταχυδρομείο ένα κομμάτι τενεκέ κομμένο σε σχήμα παράσημου, ήταν το λεγόμενο "παράσημο του τενεκέ". 

Άλλα χρόνια άλλες εποχές άλλες συνήθειες. Το έθιμο του τενεκέ μπορεί να έφυγε προς ανακούφιση των πολιτικών υποψηφίων αλλά η έκφραση "άντε ρε τενεκέ" ή "είσαι τενεκές αγάνωτος (ξεγάνωτος λέμε σήμερα)" ίσως να έχουν τη ρίζα τους στην λαμπρή εποχή των εκλογικών τενεκέδων. Σήμερα με την υπέρμετρη εξάπλωση της χρήσης του πλαστικού, η αλήθεια είναι πως το έθιμο αυτό δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να επιβιώσει. Οι τενεκέδες γίνανε τόσο πολύτιμοι που είναι δυσεύρετοι. Το σιδερένιο φαράσι είναι πολύ ακριβό για να το κρεμάσει κάποιος σε ξένη πόρτα, ενώ ακόμη και ο τενεκές του λαδιού πωλείται χώρια από το λάδι και όποιος τον αγοράζει τον κρατά για να βάλει μέσα το λάδι της επόμενης χρονιάς. 
Είπαμε άλλες εποχές...   

Διαβάστε επίσης:


Θεόδωρος Αφεντούλης. Ο Φιλόσοφος του Πειραιά


   


  

Περιήγηση στους χώρους του "ΑΚΤΑΙΟΝ"



του Στέφανου Μίλεση

Για την ιστορία του "ΑΚΤΑΙΟΝ" έχουν ήδη γραφτεί πολλά άρθρα καθώς αποτέλεσε το λαμπρότερο ξενοδοχείο που ανεγέρθηκε και λειτούργησε στην Ελλάδα, στην περιοχή του Νέου Φαλήρου, την εποχή εκείνη (Έναρξη λειτουργίας το 1903).  

Εκείνο όμως που το έκανε διάσημο, δεν ήταν η εντυπωσιακή ομολογουμένως εξωτερική του εμφάνιση, που απέπνεε αέρα Ευρώπης, αλλά ο εσωτερικός του διάκοσμος που είναι δύσκολο να περιγραφεί. Στην εποχή του, οι εργαζόμενοι εντός αυτού, δεν το αποκαλούσαν ξενοδοχείο αλλά "ίδρυμα", καθώς γνώριζαν πως επιτελούσε μεταξύ άλλων, μέγιστο πνευματικό έργο στον τομέα των τεχνών και του πολιτισμού. 

Το καλοκαίρι του 1903 λίγους μήνες μόλις μετά την έναρξη λειτουργίας του, ο δημοσιογράφος και αρχισυντάκτης των εφημερίδων "ΚΑΙΡΟΙ" και "ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ" και μετέπειτα ιδιοκτήτης της εφημερίδας "ΑΘΗΝΑΙ", ο Γεώργιος Πωπ, ζήτησε από τον ιδιοκτήτη του "ΑΚΤΑΙΟΝ", Ιωάννη Πεσματζόγλου, να τον ξεναγήσει στο εσωτερικό του "ιδρύματος". Και πραγματικά αυτή η ξενάγηση έγινε, αλλά διήρκησε δύο ολόκληρες ώρες!



Τόσο χρειαζόταν για να περιηγηθεί κάποιος στο εσωτερικό του, από τη μια άκρη του έως στην άλλη, με την προϋπόθεση της ολιγόλεπτης παραμονής και μόνο μπροστά από κάθε έκθεμα, ώστε να μάθει για την ιστορία του ή για τον δημιουργό του. Διότι εκείνο που εντυπωσίαζε κάθε επισκέπτη, ήταν το "ξάφνιασμα" που προκαλούσε η εναλλαγή των εντυπώσεων κάθε αίθουσας, που ήταν διαφορετική, στημένη πάνω σε ένα σκηνικό, δημιουργώντας ένα διάκοσμο ανάλογα με το θέμα που απεικόνιζε. Ο περίπατος δηλαδή εντός του ξενοδοχείου δεν ήταν μια απλή επίσκεψη στους χώρους κάποιου ξενοδοχείου, αλλά ένα ταξίδι σε διαφορετικά σημεία της γης, σε διαφορετικές μάλιστα εποχές!

Η ιδιορρυθμία της κατασκευής κάθε αίθουσας, συντελούσε στην εναλλαγή ακραίων εντυπώσεων στους επισκέπτες. Ακόμη και εκείνοι που είχαν συνηθίσει να ζουν ή να επισκέπτονται τα μεγάλα ξενοδοχεία της Ευρώπης, έμεναν με ανοικτά στόματα και διάπλατα επίσης ανοιχτούς οφθαλμούς, όταν εισέρχονταν στον "ΑΚΤΑΙΟΝ". Κάθε αίθουσα, διαφορετικός ρυθμός. 

Το "ξάφνιασμα" των εντυπώσεων ξεκινούσε από την πρώτη κιόλας στιγμή,
από την κλιμακωτή είσοδο στο ξενοδοχείο


Η διάσημη "αραβική αίθουσα" με επίπλωση φερμένη από το Κάιρο, διακοσμημένη με χάλκινα αγάλματα από την Αλεξάνδρεια, με κουρτίνες από τη Κωνσταντινούπολη και με τάπητες από τη Σμύρνη. Χρησίμευε ως "Καπνιστήριο" και διέθετε χαμηλά ντιβάνια στα οποία, κατά τα πρότυπα της Ανατολής, ο καπνιστής βρισκόταν ημιξαπλωμένος και κάπνιζε ναργιλέ διαφορετικού αρώματος. 

Απέναντι ακριβώς από την "Αραβική" βρισκόταν η "Πομπηϊαννή αίθουσα" δηλαδή της Πομπηΐας, που απέδιδε με κάθε πιστότητα το εσωτερικό ενός ρωμαϊκού ανακτόρου, όπως διασώθηκε στη νεκρόπολη της Πομπηΐας. 

Αμέσως μετά ακολουθούσε η "Ελληνική αίθουσα" στην οποία κυριαρχούσε το άγαλμα του Πάρη. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το 1900 (λίγο καιρό μόλις πριν την αναφερόμενη περιήγηση) στα Αντικύθηρα είχε βρεθεί αρχαίο ναυάγιο στο οποίο εκτός από τον γνωστό "Μηχανισμό των Αντικυθήρων" είχε βρεθεί και ένα άγαλμα εφήβου (ο γνωστός Έφηβος των Αντικυθήρων) του οποίου τα δάκτυλα σχημάτιζαν ένα κύκλο σα να κρατούσε κάτι. Για αυτό το "κράτημα" του δεξιού χεριού του εφήβου, θεωρήθηκε πως επρόκειτο για τον Πάρη που κρατούσε στο χέρι του το μήλο, που προσέφερε στην ωραία Ελένη. Τότε λοιπόν η πεποίθηση πως ο έφηβος εκείνος ήταν ο Πάρης ήταν τόσο ισχυρή που είχε συντελέσει στο να κατασκευαστεί ένα όμοιο στο κέντρο της "Ελληνικής Αίθουσας". Σήμερα μπορεί κάποιος να θαυμάσει τον πραγματικό Έφηβο των Αντικυθήρων εαν επισκεφτεί το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Ο "Πάρης" δέσποζε στο κέντρο της "Ελληνικής Αίθουσας"
σε πολύ μικρότερο φυσικά μέγεθος.


Δίπλα στην "Ελληνική" υπήρχε μια αίθουσα που έφερε την παράξενη επιγραφή "Καλλυντήριον Γυναικών" και ήταν αυτό που είναι γνωστό σήμερα ως "Σαλόνι ομορφιάς". Παραδίπλα το "Αναγνωστήριο" και η "Αίθουσα της αλληλογραφίας"

Στο μπαρ του "ΑΚΤΑΙΟΝ"


Όσο για τα δωμάτια ακολουθούσαν την ίδια λογική με τις αίθουσες, καθώς κάθε δωμάτιο ήταν μοναδικό και δεν έμοιαζε με άλλο! Έφεραν διαφορετικά εκθέματα τέχνης και το μόνο κοινό στοιχείο τους ήταν η επίπλωσή τους που ήταν αγγλική. Εκατόν εξήντα δωμάτια, διακοσμημένα με εκατόν εξήντα διαφορετικούς τρόπους!

Τα παράθυρα του ξενοδοχείου ήταν κατασκευασμένα με τέτοιο τρόπο ώστε το ηλιακό φως να εισέρχεται από παντού, από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου. Ενώ κατά τη διάρκεια της νύχτας ο φωτισμός εξασφαλιζόταν από μια "πλημμύρα" ηλεκτρικού φωτός που το έκανε να ακτινοβολεί στην σκοτεινή γύρω περιοχή που φωτιζόταν αμυδρά από το αεριόφως. 

Κάθε λεπτομέρεια είχε μελετηθεί και εκπονηθεί ώστε να είναι μοναδική. Οι πελάτες λάμβαναν κατά την υποδοχή άνθη, λάμβαναν τα γευματά τους σε πλουσιώτατα επιτραπέζια σκεύη ενώ στα μαγειρεία δέσποζε η προσωπικότητα του Αρχισεφ Εγκοφιέ πρώην αρχιμάγειρος του Αϊξ-Λε-Μπαιν. 



Διευθυντής του ξενοδοχείου (και ενοικιαστής στην ουσία της επιχείρησης από τον Πεσματζόγλου) υπήρξε ο Μελιέ (Meslier) που "περιπολούσε" ακατάπαυστα σε όλους τους χώρους του ξενοδοχείου για να ελέγχει διαρκώς πως τα πάντα λειτουργούσαν άψογα. Μαζί και η αχώριστη συντροφός του, η γυναίκα του, μια κυρία που όλοι γνώριζαν τότε στο Νέο Φάληρο. Ο Μελιέ πολύ καιρό πριν ακόμα αναλάβει τη σταδιοδρομία του ως διευθυντής και επιχειρηματίας ξενοδοχειακών επιχειρήσεων ("Κρυστάλλ Παλλάς" Κωνσταντινούπολης) υπήρξε διπλωματικός υπάλληλος της Γαλλίας, ο οποίος παραιτήθηκε για να αναλάβει το νέο του ρόλο, που ο ίδιος ουδέποτε θεώρησε ως "επιχειρηματικό" αλλά ως "εκπολιτιστικό". Διευθυντής προσωπικού ήταν ο Χρήστου επίσης ακατάπαυστος δρομέας του εσωτερικού του ξενοδοχείου.

Αμέσως το "ΑΚΤΑΙΟΝ" αποτέλεσε εκτός από οικοδομικό κι ένα πνευματικό κόσμο για τον Πειραιά και το Νέο Φάληρο. Από τα φουαγιέ και τα σαλόνια του παρέλασαν όλα τα Αθλητικά και Πνευματικά σωματεία της περιοχής, έγιναν λαμπρές χοροεσπερίδες και εδώ παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά πνευματικά πονήματα, εκθέσεις ζωγραφικής, γλυπτικής, ομιλίες και συνέδρια.

Κυριακή 14 Μαρτίου 1926 μεγάλος αποκρηάτικος χορός του Ολυμπιακού στο ΑΚΤΑΙΟΝ.
 Ένδυμα Επίσημον! 
1927 - Χορός των Προσκόπων στο ΑΚΤΑΙΟΝ 
1930 - Η Αδελφότης των Κυνουριέων στο ΑΚΤΑΙΟΝ 
1933 - Ο Μέγας χορός της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς στο Ακταίον
υπό την προστασία του Δημάρχου Πειραιώς Ρινόπουλου. Ο χορός παρατίθεται με σκοπό
την ίδρυση του Λαϊκού Πανεπιστημίου Πειραιώς, την πρωτοβουλία ιδρύσεως του οποίου
είχε αναλάβει η Φιλολογική Στέγη.

Το ΑΚΤΑΙΟΝ μέσα σε είκοσι χρόνια λειτουργίας είχε καθιερωθεί ως κέντρο πολιτισμού για όλη την περιφέρεια της Αττικής. Το 1925 ο Κωστής Παλαμάς, ο Γεώργιος Δροσίνης, ο Σπύρος Μελάς, ο Παύλος Νιρβάνας, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο Ι. Γρυπάρης και ο Μ. Λιδωρίκης συγκεντρώνονταν στα σαλόνια του έχοντας ως σκοπό να βρουν τρόπους με τους οποίους θα κατάφερναν την ανύψωση των γραμμάτων και των τεχνών στην Ελλάδα. 

Στα πλαίσια αυτά αποφάσισαν τότε να κυκλοφορήσουν το φιλολογικό περιοδικό "Η εικονογραφημένη της Ελλάδος" και με αιτία την έκδοσή του, διοργάνωναν συστηματικά φιλολογικές, καλλιτεχνικές και κοσμικές εορτές.

Πραγματικά ως πρώτη ημέρα κυκλοφορίας του περιοδικού ορίσθηκε η 8η Φεβρουαρίου 1925, ημέρα Κυριακή και εορτάστηκε στο "ΑΚΤΑΙΟΝ ΠΑΛΛΑΣ" με την παρουσία του ίδιου του Προέδρου της Δημοκρατίας Ναυάρχου κ. Παύλου Κουντουριώτη. Την όλη οργάνωση είχε αναλάβει ο εκδότης του περιοδικού Πολύβιος Λεκός ο οποίος είχε μισθώσει την μεγάλη αίθουσα του ΑΚΤΑΙΟΝ αντί του ποσού των 125 χιλιάδων δραχμών. Δύο ορχήστρες με 40 συνολικά όργανα υπό τη διεύθυνση του "Ελληνικού ωδείου" έπαιζαν ακατάπαυστα για το πλήθος κόσμου που είχε συγκεντρωθεί. Η πρώτη ημέρα κυκλοφορίας του περιοδικού "Εικονογραφημένη της Ελλάδος" έμεινε για χρόνια ως ένα σπουδαίο γεγονός. 

Σήμερα το μόνο απέμεινε στη θέση του "ΑΚΤΑΙΟΝ" είναι μια πινακίδα στην εσοχή εντός κτηρίου που έχει ανυψωθεί εκεί που κάποτε δέσποζε το ανάκτορο ξενοδοχείο.

Το μόνο που απέμεινε σήμερα στη θέση του ωραιότερου ξενοδοχείου, είναι μια πινακίδα στην εσοχή εντός κτηρίου

Διαβάστε επίσης:

Ξενοδοχείο "AKTAION PALACE HOTEL"- Νέου Φαλήρου (Ακταίον)



Φωτογραφική περιήγηση στο εσωτερικό του Ξενοδοχείου Ακταίον






Οι μαρμάρινοι προσκυνητές του Πειραιά

Ο σιωπηλός προσκυνητής της αποβάθρας
του Σταθμού του Αγίου Διονυσίου


Του Στέφανου Μίλεση

Κάποτε βρισκόντουσαν παντού. Όπου υπήρχε τακτικά μεγάλη συγκέντρωση πλήθους, εκεί διακριτικά κάπου στην άκρη, έστεκε βουβός και αμίλητος ένας μαρμάρινος στρατιώτης της εκκλησίας, ένας μαρμάρινος προσκυνητής, που οι μαρμαροτεχνίτες, στη δική τους γλώσσα αποκαλούσαν "μαρμάρινο ζητιάνο"

Αποβάθρες σιδηροδρομικών σταθμών, στάσεις λεωφορείων αλλά κύρια έξω από τις εκκλησίες ήταν τα κύρια σημεία που μπορούσες να τους συναντήσεις. 

Η αποστολή τους ήταν διπλή όπως άλλωστε δύο  ήταν και τα κύρια χαρακτηριστικά τους. Αφενός η θύμιση της θρησκευτικής παρουσίας στην καθημερινότητα των ανθρώπων και αφετέρου η συγκέντρωση χρημάτων για τις ανάγκες της ενορίας στην οποία ανήκαν. Για το σκοπό το μάρμαρο με το οποίο είχαν κατασκευαστεί έφερε στο μπροστινό μέρος την εικόνα του Αγίου που μνημόνευαν, ενώ συνήθως κάτω από την απεικόνισή του, υπήρχε μια σχισμή για τη συγκέντρωση δωρεών που θα καλύπταν τις ανάγκες της ενορίας. Όσο για το όνομα του δωρητή χάρη στη γενναιοδωρία του οποίου κατασκευάστηκαν, μπορούσες συνήθως να το βρεις χαραγμένο στο πίσω μέρος της κατασκευής. 


Συνδρομή υπέρ του Ναού του Αγίου Διονυσίου


Και ο κόσμος ανταποκρινόταν ρίχνοντας κέρματα, αυτά που συνήθως περίσσευαν στη χούφτα τους, αποτέλεσμα της προσπάθειας ανάδυσης από τη τσέπη του παντελονιού, του αντίτιμου του εισιτηρίου, το οποίο θα έδιναν στον εισπράκτορα του λεωφορείου ή του τραίνου που υπήρχε ακόμη τότε στις συγκοινωνίες.


Προσκυνητάρι δρόμου. Το συγκεκριμένο ήταν τοποθετημένο μπροστά από την είσοδο του παλαιού ναού της Αγίας Τριάδας Πειραιά, με σκοπό βεβαίως την συγκέντρωση χρημάτων. Φέρει την επιγραφή "ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΥΠΕΡ ΑΝΑΓΕΙΡΟΜΕΝΟΥ ΝΕΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ. ΔΑΠΑΝΗ ΑΔΕΛΦΩΝ Γ. ΖΕΡΒΟΥ. ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1930".

 Το συγκεκριμένο βρίσκεται στο Μουσείο Μαρμαροτεχνίας στην Τήνο. 
Φωτογραφία από Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς.

Ευαγγελίστρια Πειραιώς 1929.
Ένα παιδί φωτογραφίζεται μπροστά στην εκκλησία ενώ μπροστά στα σκαλιά, δίπλα στο περίπτερο διακρίνεται ένα προσκυνητάρι

Ευαγγελίστρια Πειραιώς σήμερα
Το μαρμάρινο προσκυνητάρι της εκκλησίας παραμένει στη θέση του σε ένα ολικά μεταβαλλόμενο τοπίο.


Οι μαρμάρινοι προσκυνητές είναι πραγματικά έργα τέχνης διάσημων τεχνιτών, ενώ πολλά από τα μαρμάρινα αυτά κομψοτεχνήματα, γεννήθηκαν στα Μαρμαρογλυφεία της Τήνου από τα ίδια τα χέρια σπουδαίων δημιουργών ή μαθητών τους.


Δίπλα στο Ναό του Αγίου Νικολάου στέκει ένας ακόμη "μαρμάρινος προσκυνητής". 

Στο πίσω μέρος φέρει την επιγραφή "ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΥΠΕΡ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ"

Σήμερα τα περισσότερα προσκυνητάρια βρίσκονται κατεστραμμένα και απαξιωμένα, παρατημένα στις άκρες των δρόμων, με τα σκουπίδια να τα υπερκαλύπτουν, ενώ δεν είναι λίγες και οι φορές που κάποιος τα ασπρίζει ή τα βάφει ένα χέρι πλαστικό ή λαδομπογιά κρίνοντας πως έτσι θα γίνει καλύτερο!

Ένα προσκυνητάρι του Αγίου Νικολάου επί της Λεωφόρου Χατζηκυριακού
Κάποιος το έβαψε για να φαίνεται πιο όμορφο
Γράφει στο μπροστινό μέρος του:
 "ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ -
ΔΩΡΗΤΗΣ ΑΝΑΡΓΥΡΟΣ Β. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ,
ΙΑΤΡΟΣ, 1921"



Σε μια οργανωμένη Πολιτεία, αυτά τα έργα τέχνης, πραγματικά κειμήλια, μαρτυρίες μια άλλης εποχής, θα είχαν συλλεχθεί για προστασία και θα αποτελούσαν εκθέματα ενός Μουσείου Πόλεως, το οποίο φυσικά ο Πειραιάς στερείται. 

Και μέχρι οι αρμόδιοι να καταλάβουν το στρατηγικό ρόλο ύπαρξης ενός Μουσείου Πόλεως, για την προστασία και τη διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης του Πειραιά, δεν θα έχει απομείνει τίποτα από το παρελθόν, που δεν θα έχει υποστεί την λαίλαπα της καταστροφής και της αδιαφορίας.

Το προσκυνητάρι του Αγίου Νικολάου πίσω από την ειδική εσοχή για τους κάδους σκουπιδιών, που ο Δήμος Πειραιώς φρόντισε να τοποθετήσει με μεγάλη μελέτη και φροντίδα ακριβώς μπροστά του!
(Πηγή: Google.maps)

Η ζωή στον Πειραιά τα πρώτα χρόνια

Μονοκατοικίες του 1875 έχουν οικοδομηθεί σποραδικά 
κάτω από την σημερινή Πλατεία Πηγάδας.



Του Στέφανου Μίλεση

Πολλές φορές έχουμε αναφερθεί στα δύσκολα εκείνα πρώτα χρόνια, σε όσους έλαβαν την απόφαση να κτίσουν τη νέα τους ζωή, στη μικρή τότε κωμόπολη του Πειραιά. Και λέγοντας δύσκολα χρόνια, δεν αναφερόμαστε μόνο στην περίοδο της επανασύστασης του Δήμου από το 1835 και μετά αλλά, σε μια περίοδο πολύ πιο μεγάλη, που καταλαμβάνει χρονικά τα πενήντα ίσως και περισσότερο έτη.

Αναρίθμητες δυσκολίες παραμόνευαν όποιον αποφάσιζε την μετοικεσία στο αρχαίο λιμάνι. Βλέπετε οι νησιώτες που κατέφταναν, δεν επιθυμούσαν να στεγάσουν την οικογένειά τους σε πρόχειρα παραπήγματα για πάντα, αλλά σε κατοικίες που σε τίποτα δεν θα διέφεραν από εκείνες που είχαν πίσω στα νησιά τους.

Γρήγορα οικίες που θύμιζαν νησιώτικες, αντικατέστησαν τα μικρές αρχικές καλύβες (τα λεγόμενα καλυβόσπιτα) και υψώνονταν σταδιακά διάσπαρτες, σε απόκρημνες ράχες και πλαγιές. Μη ξεχνάμε άλλωστε ότι από τα πρώτα θέματα που απασχόλησαν την μικρή κώμη, πριν ακόμη γίνει Δήμος, ήταν οι πλημμύρες που μάστιζαν τους πρώτους εποίκους. 

Ορεινός ο Πειραιάς, έπρεπε να οικοδομηθεί πάνω σε ανωφέρειες και κατωφέρειες. Λόφοι ψηλοί όπως η Καστέλλα και η Πειραϊκή Χερσόνησος, με ενδιάμεσα μικρότερα υψώματα όπως η Πηγάδα ή του λοφίσκου του σημερινού Αγίου Βασιλείου, σχημάτιζαν απότομα φαράγγια ακατάλληλα για οικοδόμηση με τα τεχνικά μέσα της εποχής εκείνης.



Δρόμοι ανύπαρκτοι ή βιαίως κακοτράχηλοι με τις απότομες ανηφόρες να κάνουν τη ζωή των κατοίκων δύσκολη για την μετακίνησή τους, πόσο μάλλον για τη μεταφορά νερού, οικοδομικών υλικών ή άλλων αγαθών. Συχνά οι κάτοικοι αναγκάζονταν γύρω από τα σπίτια τους να σηκώνουν μανδρότοιχους όχι για λόγους ασφαλείας όπως έκαναν τα προγενέστερα χρόνια οι οικογένειες των Γκαγκαραίων Αθηναίων, αλλά για να προστατεύουν τα σπίτια τους από τα φονικά ρεύματα των χειμάρων που σχηματίζονταν γρήγορα με κάθε βροχή και απειλούσαν όποια κατοικία βρισκόταν απροστάτευτη στον δρόμο τους.

 Από τότε που ο Ρως καταμέτρησε δώδεκα ξύλινες καλύβες το 1832, φτάνουμε στο 1838 που καταμετρούνται 350 οικοδομές ενώ είκοσι δύο χρόνια αργότερα η πόλη έχει οικοδομηθεί τόσο που ιδρύεται και πυροσβεστείο. 


Κατά την διάρκεια του χειμώνα τα κτήνη που μετέφεραν τους ανθρώπους βυθίζονταν σε τέλματα με το νερό να φτάνει μέχρι την κοιλιά τους και όταν έβγαιναν ήταν τόσο λασπωμένα που όπως περιγράφει ο Ραγκαβής έμοιαζαν με "ιπποπόταμους".

 Οι ιατροί ελάχιστοι, Βαυαροί οι περισσότεροι, φάρμακα ούτε λόγος παρά μόνο όσα η φύση και η εμπειρία των κατοίκων μπορούσε να προσφέρει για την ανακούφιση της όποιας ασθένειας. Τα βοτάνια, τα ματζούνια και τα γιατροσόφια καταλάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος της θεραπείας. Τα φαρμακεία και οι πρώτοι φαρμακοποιοί ήταν Στρατιωτικοί Βαυαροί, που κατέβαιναν από την Αθήνα στον Πειραιά δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα αλλά καταλάβαιναν ελάχιστα ελληνικά και έφτιαχναν λάθος φάρμακα στους ασθενείς καθώς η διάγνωση της ασθένειας ήταν "χαμένη στη μετάφραση". Πολλοί άνθρωποι την εποχή εκείνη είχαν χάσει τη ζωή τους από "παρερμηνεία". Ακόμη κι το "Ελληνικό" φαρμακείο του Ερνέστο Ορλάνδο στην Τερψιθέα αδυνατούσε να καλύψει τις ανάγκες.

Οι ταριχεύσεις νεκρών έδιναν κι έπαιρναν όταν οι συγγενείς τους αποφάσιζαν τον "επαναπατρισμό" σορού στον γενέθλιο τόπο.

 Ο μοναδικός οργανωμένος θάλαμος νοσηλείας στον Πειραιά μέχρι το 1873, έτος έναρξης λειτουργίας του Ζαννείου Νοσοκομείου, βρισκόταν στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (Πολεμικόν Σχολείον) αλλά προοριζόταν για τους σπουδαστές. Σπάνια έχουν καταγραφεί περιστασιακά που να καλύπτουν ανάγκες περίθαλψης δημοτών.

Από αυτό και μόνο καταλαβαίνουμε πόσο σημαντική ήταν η θεμελίωση από τον ευεργέτη Νικήτα Ζαννή (και Τζανή) του πρώτου νοσοκομείου στην πόλη (του Ζαννείου), καθώς ανακούφιζε τις χιλιάδες των κατοίκων που στο μεταξύ είχαν συγκεντρωθεί, αλλά βοηθούσε την πόλη να καθιερωθεί ως λιμάνι, καθώς κανένα πλοίο δεν θα επιθυμούσε να "δέσει" σε προβλήτα λιμανιού που δεν διέθετε νοσοκομείο.

Το Τζάνειο Νοσοκομείο (αριστερά), το πρώτο νοσοκομείο στον Πειραιά



 Τη νύχτα  οι πρώτοι φανοστάτες λαδιού που μετά βίας έφταναν τους δέκα, σκορπούσαν ελάχιστο φως και φυσικά δεν επαρκούσαν για να καλύψουν την οικιστική έκταση του Πειραιά καθώς τοποθετούνται σε πολύ κεντρικά σημεία της πόλης. 

Τα σπίτια όμως φωτίζονται από το ελάχιστο φως των κεριών και από λαδοφάναρα. Πυκνό σκοτάδι από το απόγευμα και μετά καλύπτει την πόλη κάνοντας την κυκλοφορία ανθρώπων απαγορευτική. Μη ξεχνάμε πως ακόμη και ο Νταβέλης το 1855 γνώριζε τη κατάσταση και φρόντισε να την εκμεταλλευτεί κρυπτόμενος για καιρό στα βράχια και στα σπήλαια της Πειραϊκής Χερσονήσου.

Σπίτια πέριξ της σημερινής Πλατείας Πηγάδας


Η κατάσταση είναι αφόρητη ακόμη και προς το τέλος της δεκαετίας του 1860 οι δημόσιοι φανοστάτες μετά βίας φτάνουν τους πενήντα, αν και στο μεταξύ τα λαδοφάναρα είχαν αντικατασταθεί από φανούς πετρελαίου. Παρατηρώντας τις φωτογραφίες της παρούσας ανάρτησης εύκολα κάποιος διαπιστώνει την ανυπαρξία δημόσιων δρόμων και φωτισμού στα "προάστεια" της Υδραϊκής συνοικίας όταν μάλιστα οι φωτογραφίες είναι του 1875!




Κι αυτό διότι μόλις το 1878 άρχισε η εγκατάσταση φαναριών φωταερίου, μια εγκατάσταση ακόμη πιο δύσκολη καθώς έθετε ως προϋπόθεση την ύπαρξη δικτύου δια σωληνώσεων για την μεταφορά του αερίου σε συγκεκριμένα σημεία.

Πέρασαν χρόνια πολλά, σκοτεινά και δύσκολα μέχρι τον εγκατάσταση ηλεκτρικών φανών στην πόλη, που έγινε λίγο πριν την χαραυγή του 1900 (τον Δεκέμβριο του 1899). 

Καθώς όμως ο Πειραιάς ήταν η πόλη βαρόμετρο για την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας (Αποκλεισμός Πειραιά (Παρκερικά 1850) - Έξωση Όθωνα, Αποκλεισμός Γάλλων του Τινάν 1854-1857, Είσοδος Γεωργίου Α΄, Γαλλική Κατοχή 1916 - 1917 κ.ο.κ.) οι δυσκολίες που κάθε τόσο χτυπούσαν την πόλη, το γκάζι και η ασετυλίνη, είχαν το δικό τους παράλληλο βίο, με εκείνο που διέγραφε ο ηλεκτρισμός της εταιρείας Τόμσον.   

*: Το οπτικό υλικό προέρχεται από μεγενθυμένες λεπτομέρειες ευρύτερων σε μέγεθος φωτογραφιών, της συλλογής του Κωνσταντίνου Αθανασίου