ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΠΕΙΡΑΪΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - 1930 - (ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ)

"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

«Γράμματα από τους Ωκεανούς»



του Αθανασίου Παπαναστασόπουλου
«Γράμματα από τους Ωκεανούς»
Ναυτικά Χρονογραφήματα
Έκδοσις Περιοδικού «ΝΑΥΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» Πειραιεύς 1957


Στα 1951 το φορτηγό «Άγιος Σπυρίδων» κινδύνεψε στο Βισκαϊκό από μεγάλη τρικυμία.

   Ο πλοίαρχος, ο υποπλοίαρχος και ο Α΄μηχανικός, πανικοβληθέντες, μπήκαν σε μια βάρκα για να σωθούν, εγκαταλείποντες στην τύχη το καράβι, το φορτίο και τους υπόλοιπους 27 του πληρώματος. Αλλά αντί να σωθούν αυτοί έγινε το αντίθετο. Πνίγηκαν. Ενώ οι υπόλοιποι 27, καθαρόαιμοι ναυτικοί, μπόρεσαν να σώσουν το καράβι και να το οδηγήσουν με το φορτίο του σε ασφαλή λιμένα.

   Αν κανείς ιστορικός ναυτικών περιστατικών απεφάσιζε ποτέ να σταχυολογήση, να καταγράψη, να κατατάξη και ν’αποθανατίση μερικές χαρακτηριστικές στιγμές της ζωής των ναυτιλλομένων μας, πολύ θα έπρεπε να τον απασχολήση η διαγωγή των «υπολοίπων 27» του φορτηγού «Άγιος Σπυρίδων».

   Ευτυχώς, για τον υποτιθέμενον ερευνητή, ένα τέτοιο περιστατικό κάθε άλλο παρά μοναδικό είνε. Πλούσιο το υλικό στη ζωή της Ναυτιλίας μας. Αμέτρητες και ανεκτίμητες πράξεις γνωστές και άγνωστες, που συνέβησαν σ’ όλες τις θάλασσες της Οικουμένης και σ’ όλους τους καιρούς. Ανεκτίμητα κοσμήματα, μαργαριτάρια που λάμπουν και δεν χάνουν τη λάμψι τους, όσο υπάρχει κόσμος.

   Των «υπολοίπων 27» όμως η περίπτωσις, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ξεπερνά κάθε προηγούμενο. Χωρίς ευρήματα λογοτεχνικά και χωρίς αφηγηματικές εξάρσεις ηρωϊσμού, υψώνεται σαν πανύψηλη βελανιδιά ανάμεσα σε θάμνους. Τόσο καταπληκτική ιστορία, που θα είνε πιστευτή μόνο στη γενιά τη δική μας. Σαν εμείς παρέλθουμε, σαν το εξαιρετικό αυτό γεγονός τυλιχθή με ιστορικούς πέπλους, πολλοί θα αμφισβητήσουν την αυθεντία του και πολλοί θα το κατατάξουν στα προϊόντα της φαντασίας.

   Πολύ θα κουρασθούμε ακόμη κι εμείς οι ίδιοι, όταν καταπεσμένοι γέροι θα προσπαθούμε να πείσουμε τα έκπληκτα εγγονάκια μας, ότι μια τέτοια ιστορία δεν είνε το «ναυτικό παραμύθι», αλλά κάτι που έγινε μια μέρα, κάποια μέρα στο Βισκαϊκό.

   Την ιστορία των «υπολοίπων 27» του πληρώματος του φορτηγού «Άγιος Σπυρίδων» δεν την διάβασα μονάχα στην είδησι, στην περιγραφή και στο σχόλιο. Είχα την τύχη να την ακούσω, «πρώτο χέρι» από έναν από τους 27.

   Είνε ακριβώς εκείνος, που, όπως αφηγείται ο Γάλλος δημοσιογράφος της Βρέστης, δεν θυμώταν την διεύθυνσι του σπιτιού του, όταν ο τελευταίος προσεφέρθη να ανγγείλη τη διάσωσί του.

   Ένας γέροντας μηχανικός του Εμπορικού μας Ναυτικού.

   Βρέθηκα μαζί του στο τραμ του Περάματος στο τελευταίο πέρασμα του βαποριού μου από τον Πειραιά.

   Στην σύντομη αυτή διαδρομή, σύντομα αραδιάζεται η καταπληκτική αυτή ιστορία.

   Για να την αποδώσουμε δεν χρειάζονται τού λόγου και της γραφής τα στολίσματα. Τίποτε δεν μπορούν να προσθέσουν στο μεγαλείο της. Τι μπορεί να προσθέση στο μονόπετρο μπριλλάντι οιαδήποτε γύρω του γυρλάντα; Κακό, ίσως, θα τού κάμη. Θα το ασχημίση. Θα το ταπεινώση ίσως.

   Και το μπριλλάντι είνε τούτο: Όταν ο πλοίαρχος, ο υποπλοίαρχος και ο πρώτος μηχανικός με τη γυναίκα του έσπευσαν «εις στιγμήν συσκοτίσεως» να εξασφαλίσουν ιέσι στη μόνη υπάρχουσα βάρκα, όταν ακόμη για περισσότερη ασφάλεια πήραν μαζί τους και δύο από τους μπρατσάτους του πληρώματος για τα κουπιά, δεν έδωσαν τις ... τελευταίες διαταγές στους απομείναντας, όπως θέλει κάποιος ιστορικός, ούτε άρχισαν να διευθύνουν από εκεί τας επιχειρήσεις της... εγκαταλείψεως του πλοίου, όπως αποφαίνεται η πρώτη ανάκρισις. Έκαμαν κάτι άλλο.
   Έκοψαν με τον ΜΠΑΛΝΤΑ την παρούμα!

   Για τους «υπόλοιπους 27» όμως καταπιασθήκαμε. Όταν έφυγαν ο πλοίαρχος, ο υποπλοίαρχος και ο πρώτος μηχανικός, φαίνεται ότι μαζί τους στη βάρκα απεβιβάσθηκαν και μερικοί άλλοι συνεπιβάται αφανείς, αλλά βλαβεροί: Ο φόβος. Η δειλία. Ο συσκοτισμός. Ο πανικός.

   Απαλλάχθηκαν, λοιπόν, οι «υπόλοιποι 27» από όλων εκείνων την επιρροή. Ύστερα, τίναξαν το κορμί τους και άφισαν ελεύθερη την ψυχή τους να δουλέψη ναυτικά.

   Γύρω ο Βισκαϊκός μαίνεται. Τέτοια κοσμοχαλασιά δεν την ξανάχαν συναντήση οι ναυτικοί των βαποριών, που βρέθηκαν εκεί γύρω. Το βαπόρι σαρώνεται. Τα ξάρτια όλα κομμένα ανεμίζουν σαν καμτσίκια πέρα-δώθε. Σωλήνες και κομμάτια βιντσιών διασαλεύουν στο κατάστρωμα και προσθέτουν την συνδρομή τους στου Χάρου τα σύνεργα. Τού ανέμου τα ουρλιάσματα και των κυμάτων το πανδαιμόνιο συντροφεύονται με τους κρότους των αντικειμένων του βαποριού, που μετατοπίζονται, που σπάζουν, που ρημάζονται.

   Συναυλία στοιχείων ασύλληπτη για τη φαντασία των στεριανών. Και μόνο  κουφάρια ναυτικά μπορούν να την αναλογισθούν και να την εκτιμήσουν.
   Μα τώρα κάτι άλλαξε.

   Υπάρχει τώρα ο καπετάνιος ο ικανός. Γέρος είνε, εβδομηντάρης είνε ο καπετάν Μάρκος ο Λύρας.  Ίσως ακόμα να μην έλαβε στα νειάτα του αρκετή θεωρητική κατάρτιση, αρκετή για σύγχρονο ποντοπλόο. Αλλά ο καπετάν Μάρκος είνε προ παντός ναύτης. Ναύτης, με καθαρή ναυτική ψυχή, που ξέρει πολύ περισσότερα από όσα διδάσκει η σύγχρονη θεωρία.
   Ξέρει να μη συσκοτίζεται, να μη δειλιάζη και να μην απελπίζεται. Ξέρει να κρατή γερά το τιμόνι του και να δίνη σε τέτοιες στιγμές διαταγές ίσες και ωφέλιμες.

   Υπάρχουν ακόμα τώρα στο βαπόρι και μηχανικοί. Γέρους τους είδε ο Γάλλος δημοσιογράφος. Αν  τους έβλεπε, όμως, πάνω στη δουλειά τους,εκεί στη μέση του Βισκαϊκού,διαφορετική θα μας την έστελνε την περιγραφή του.

   Παραμένει ακόμα εκεί στο καμαράκι του ασυρμάτου, πιστός στην παράδοσι του επαγγέλματος, ο ασυρματιστής. Δεν συσκοτίζεται αυτός, γιατί συσκοτισμός σημαίνει προδοσία στην αποστολή του. Και τέτοιος χαρακτηρισμός είνε άγνωστος στον κλάδο που ανήκει.

   Γύρω από τα στελέχη αυτά το θαυμάσιο υλικό των «υπολοίπων 27» κάνουν το καθήκον τους. Το ναυτικό τους καθήκον. Πλήρης διαύγεια πνευμάτων επικρατεί τώρα στον «Αγιο Σπυρίδωνα». Μαζί μ’ όσους έφυγαν ξερριζώθηκε λες κι η μιζέρια.

   Το τιμόνι πειθαρχεί. Γιατί, απλούστατα, δεν είχε απειθαρχήσει. Η μηχανή πιστά εκτελεί τον προορισμό της. Γιατί ούτε αυτή έπαθε ποτέ συσκοτισμό. Ο ασύρματος εξακολουθεί τη δουλειά του, χωρίς να υπεισέλθη και εκεί ο συσκοτισμός. Οι άψυχοι αυτοί παράγοντες της ζωής του ναυτικού ανθίστανται στου Ωκεανού την μανία αποτελεσματικά.

   -Μένουμε ακόμα 27, εξαγγέλλει ο ασύρματος του φορτηγού. Δεν έχουμε κανένα πλωτό μέσο να διασωθούμε, σε περίπτωσι ανάγκης. Πολύ φοβούμεθα ότι το καράβι μας δεν θα μπορέση να ανθέξη ως το τέλος. Σας παρακαλούμε μη μας εγκαταλείπετε.

   Για του καραβιού την αντοχή αμφιβάλλουν. Όχι για τη δική τους. Για τη δική τους αντοχή είνε βέβαιοι. Πολύ βέβαιοι. Γι’ αυτό ούτε στριγγλές φωνές, ούτε μεμψημοιρίες, ούτε κλαυθμυρισμοί, ούτε απειθαρχίες, ούτε κυκεών γνωμών και πράξεων.

   Ο Βισκαϊκός μαίνεται. Το καράβι σαρώνεται απ’ άκρη σ’ άκρη. Αλλά κανείς από τους 27 δεν αφίνει τη θέσι του. Άγρυπνοι, ακούραστοι, σωστά φαντάσματα, δεν αφίνουν το καράβι να ξεψυχήση, γιατί ξέρουν ότι η ψυχή του είνε αυτοί οι ίδιοι.

   Ως που επιβάλλονται. Ο ανδρισμός των «υπολοίπων 27» φθάνει στη διαπασών.

   Αν αυτή τη στιγμή άλλο βαπόρι ζητούσε βοήθεια και τα σήματά του έφθαναν ως τον «Άγιο Σπυρίδωνα», ωρισμένως θα γύριζε κατά κείθε την πλώρη του, για να δώση και σ’ άλλους τη βοήθειά του, το θάρρος του και το παράδειγμά του.

   Σύντομη εκτυλίσσεται η ιστορία, όπως πολύ σύντομες είνε οι μεγάλες στιγμές των ανθρώπων. Μαίνεται ο Βισκαϊκός. Αλλά στο φαινόμενο των «υπολοίπων 27»  από το πλήρωμα του «Αγίου Σπυρίδωνος», κάμπτεται και υποχωρεί. Υποτάσσεται, καταθέτει τα όπλα του και για μια ακόμη φορά ομολογεί την ήττα του.

   Κάποτε πρόβαλαν οι στεριές. Είνε οι στεριές της Βρέστης. Ανάμεσα στα νησάκια και τις ξέρες, ξεχωρίζουν τη σιλουέτα ενός ναυαγοσωστικού που έρχεται σε βοήθειά τους.

   Αλλά όταν αυτό τους ζητή τον «κάβο της λείας» τού τον αρνούνται. Το βαπόρι δεν είνε ναυάγιο. Ταξιδεύει με τις μηχανές του και με το πλήρωμά του.

   -Αν θέλετε, απαντούν, πιλοτάρετέ μας προς την Βρέστη, γιατί ούτε χάρτης μας απόμεινε, ούτε πυξίδα, ούτε κανένα ναυτικό εργαλείο. Αλλά για κάβο, μην περιμένετε. Το καράβι μας ταξιδεύει και θα ταξιδεύη, όσο θα ζη και ο τελευταίος από εμάς τους 27.    


Στον Θανάση Παπαναστασόπουλο ανήκει δικαιωματικά ο τίτλος του πατέρα του ναυτικού χρονογραφήματος. Όχι γιατί έφερε στο δημοσιογραφικό προσκήνιο την καθημερινή ζωή του ναυτικού, με κάποια προοπτική και κάποια ζέστα, αλλά κυρίως γιατί εβούτηξε, κυριολεκτικά, το χρονογράφημα σαν τέλειο, ζωντανό και παλλόμενον είδος λόγου, μέσα στα κύματα του ωκεανού και το σπουδαιότερο, μέσα στον καθημερινό μόχθο του Έλληνα ποντοπόρου. Πιο απλά: ο Παπαναστασόπουλος ήταν χρονογράφος, πριν γίνη καν ναυτικός, έστω και αν δεν το ήξερε. Τυχερή η θάλασσα- δεν είναι μεγάλη κουβέντα- τυχερώτερος όμως ο Παπαναστασόπουλος, γιατί με τη βοήθειά της επλάτυνε την ευαισθησία του, ακόνισε την παρατηρητικότητά του, όξυνε την κρίση του, καλλιέργησε ένα περίτεχνο, απλό και θελκτικό μαζί ύφος. Και το χρονογράφημα είναι, προ παντός, υπόθεσις στύλ. Το απλό, το καθημερινό περιστατικό που γίνεται γρήγορα βίωμα και αποδίδεται σε μιαν εικόνα με χτυπητά χρώματα και με έξυπνες ευκίνητες γραμμές.

   Στα «Γράμματα από τους Ωκεανούς» ο αναγνώστης δεν θα γνωρίση μόνον τον άνθρωπο της θάλασσας, και μάλιστα στην πιο χαρακτηριστική του εκδήλωσι, την μεμψιμοιρία, θα χαρή και ένα ωραίο από κάθε άποψι κείμενο. Γι’ αυτό- εδώ διαφωνούμε με τη σεμνότητα του συγγραφέα- μπορούν να διαβαστούν από ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, από κάθε άνθρωπο που χαίρεται ένα σωστό, ένα αληθινό κείμενο. ( ο συγγραφέας λέει: «...δεν προβάλλονται με λογοτεχνικές ή άλλες αξιώσεις. Επί πλέον, όπως όταν πρωτοδημοσιεύθηκαν απευθύνοντο σε ναυτικούς, έτσι και τώρα για το ίδιο επαγγελματικό στοιχείο και αναγνωστικό κοινό προορίζονται» )
ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΜΠΑΤΗΣ










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου