"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Οι νεώσοικοι του Πειραιά

Σχεδιαστική αναπαράσταση των νεώσοικων του 4ου αι. π.Χ. στο λιμάνι της Ζέας.
Γ. Νάκας © Zea Harbour Project



του Στέφανου Μίλεση


Οι νεώσοικοι ήταν παραθαλάσσια οικοδομήματα με σκοπό την ανέλκυση και υποδοχή των πλοίων, όταν αυτά δεν επιχειρούσαν στις θάλασσες, όπως για παράδειγμα συνέβαινε κατά τη διάρκεια του χειμώνα, αλλά και για τις επισκευές αυτών. 
Θύμιζαν δηλαδή τεράστια κλειστά υπόστεγα εντός των οποίων φυλάσσονταν τα πολεμικά πλοία για να προστατευτούν. Δύο νεώσοικοι καλύπτονταν από μια δίρριχτη στέγη. Στο πίσω μέρος του ο νεώσοικος προστατευόταν από τοίχο.  

Οι νεώσοικοι ήταν μόνιμες κατασκευές, που ανήκαν στα δημόσια κτήρια της πόλης και μάλιστα στα αρχαιότερα, αφού η εμφάνισή τους οφείλεται στο όραμα του Θεμιστοκλή για τη ναυτική ανάπτυξη της Αθήνας.  Αποτελούσαν μέρος των ναυστάθμων (δηλαδή των νεωρίων),  όπως και οι Σκευοθήκες εντός των οποίων αποθηκεύονταν τα εξαρτήματα των πλοίων όταν αυτά βρίσκονταν εντός των νεώσοικων, με κύρια τη Σκευοθήκη του Φίλωνος, η οποία είχε τη δυνατότητα να εξυπηρετήσει 134 πλοία, δηλαδή μέρος του συνόλου των πολεμικών πλοίων.   

Και οι τρεις λιμένες του Πειραιά (Κάνθαρος, Ζέα και Μουνυχία) διέθεταν νεώσοικους. 
Στον Κάνθαρο υπήρχαν 94 νεώσοικοι, στη Ζέα 196 και στη Μουνυχία 82. Εκ του αριθμού και μόνο των νεώσοικων προκύπτει ότι ο κατεξοχήν πολεμικός λιμένας ήταν αυτός της Ζέας, αφού διέθετε τους περισσότερους νεώσοικους από όλα τα λιμάνια του Πειραιά, που στο σύνολό τους είχαν 372 νεώσοικους.

Θέσεις που καταλάμβαναν οι νεώσοικοι στο λιμάνι της Ζέας

Θέσεις που καταλάμβαναν οι νεώσοικοι στο λιμάνι της Μουνυχίας (σημερινό Μικρολίμανο)


Ο αριθμός των 196 νεώσοικων σε ένα λιμάνι όπως αυτό της Ζέας που το μήκος της ακτογραμμής του δεν υπερβαίνει τα χίλια διακόσια μέτρα, έθεσε αμέσως το ζήτημα της εξεύρεσης χώρου. 

Μη ξεχνάμε ότι κάθε νεώσοικος είχε διαστάσεις μεγαλύτερες από ένα πολεμικό πλοίο της αρχαιότητας, ώστε να επιτυγχάνει τη φιλοξενία του (το πλάτος των νεώσοικων έφτανε τα 6,50 μ.). Έτσι κάποιοι νεώσοικοι από το συνολικό αριθμό του λιμανιού, είχαν τη δυνατότητα να φιλοξενούν δύο πλοία, το ένα πίσω από το άλλο. Αυτού του τύπου οι νεώσοικοι καλούνται «ομοτεγείς» (καθώς φιλοξενούσαν δύο πλοία κάτω από την ίδια στέγη) το μήκος των οποίων θα ξεπερνούσε τα 80 μέτρα.

Πρόπλασμα συγκροτήματος νεώσοικων που βρίσκεται στο Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος στον Πειραιά. 


Το 1880 ο Ιάκωβος Δραγάτσης ανέσκαψε 20 συνολικά νεώσοικους, στο Πασαλιμάνι (ανατολική πλευρά), μέρος των οποίων σήμερα σώζεται σε υπόγειο πολυκατοικίας στην Ακτή Μουτσοπούλου με την οδό Σηραγγείου.






Κάθε νεώσοικος για να είναι χρήσιμος, θα έπρεπε να εξασφαλίζει την εύκολη ανέλκυση και καθέλκυση του πλοίου από το ίδιο του το πλήρωμα χωρίς επιπρόσθετη βοήθεια. Για αυτό το λόγο το πάτωμα του νεώσοικου ήταν εφοδιασμένο με ένα ξύλινο δάπεδο (ξύλα τοποθετημένα εντός αύλακα) τα οποία άλειφαν με λίπος, ώστε να γλιστρά εύκολα σε αυτό η καρίνα του σκάφους. Κάθε πολεμικό πλοίο είχε προκαθορισμένο νεώσοικο εντός του οποίου το πλήρωμα θα ανέλκυε το σκάφος προς αποθήκευση.  

Σχεδιαστική αναπαράσταση των νεωρίων του ύστερου 6ου-πρώιμου 5ου αι. π.Χ. στο λιμάνι της Μουνιχίας. Γ. Νάκας © Zea Harbour Project 

Όσον αφορά τα πληρώματα των πλοίων που βρίσκονταν στους νεώσοικους, θα έπρεπε να κατοικούν κοντά σε αυτούς. Δεν θα ήταν δυνατόν ένας νεώσοικος να διαθέτει μηχανισμό γρήγορης καθέλκυσης του πλοίου σε περίπτωση κινδύνου (π.χ. πολεμικής επίθεσης), αλλά το πλήρωμα να απαιτεί μεγάλο χρόνο προσέλευσης και επάνδρωσης του πλοίου! 

Σήμερα γνωρίζουμε ότι το πλήρωμα που απαιτείτο για την κίνηση και μόνο μιας τριήρους ήταν 170 κωπηλάτες. Σε αυτούς όμως θα έπρεπε να προστεθούν και οι άνδρες του καταστρώματος αλλά και οι στρατιώτες που αποτελούσαν τη δύναμη κρούσης. Σίγουρα όλοι αυτοί θα υπερέβαιναν τους 200 άνδρες ανά τριήρη!

Η τριήρης αποτελούσε το απόλυτο όπλο του ναυτικού πολέμου της Αθήνας. Αναδείχθηκε μέσα από τις νίκες των Ελληνο-περσικών πολέμων (Μηδικά) 


Με βάση λοιπόν τους αριθμούς αυτούς δηλαδή των 200 ανδρών ανά τριήρη, σε ένα σύνολο 372 τριηρών, θα απαιτείτο μια δύναμη 74.400 ανδρών να κατοικεί κοντά σχετικά στους τρεις ναυστάθμους της πόλης. Αυτός ο τεράστιος ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα αριθμός ανδρών απαιτείτο για να επανδρώσει τα πολεμικά και μόνο πλοία του Πειραιά!

Στο μεταξύ η Δανέζικη αρχαιολογική αποστολή που πραγματοποιεί έρευνες στα λιμάνια της Ζέας και της Μουνυχίας (Μικρολίμανο), βεβαιώνει τη ναυπήγηση πεντήρεων και πολυήρεων (με πέντε δηλαδή και περισσότερες σειρές ερετών) που διέθεταν συνολικό πλήρωμα 377 ανδρών το καθένα, αριθμός που προσαυξάνει το σύνολο των πληρωμάτων που υπερβαίνει πλέον και τους 75.000 άνδρες!  Αυτός ο αριθμός καταλαβαίνουμε ότι όσο και κοντά να ήθελε να μένει, θα ήταν πρακτικά αδύνατον, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την ύπαρξη περισσοτέρων των μια αγορών, αφού Μακρά Στοά εξυπηρετεί εκείνους που μένουν κοντά στη θάλασσα και άλλη αγορά για εκείνους που έχουν εγκατασταθεί μακριά από το λιμάνι. 

Σε αυτόν τον αριθμό θα πρέπει να προστεθούν τα πληρώματα των εμπορικών πλοίων που στάθμευαν στο μεγάλο λιμάνι (Κάνθαρος), όπως και τους άνδρες που αποτελούσαν το προσωπικό των τριών ναυστάθμων, με τις σκευοθήκες τους, τα κινητά φράγματα, τις πύλες εισόδου – εξόδου που έκλειναν με βαριές αλυσίδες (κλειστά λιμάνια), τους στρατιώτες των τειχών, με τους πύργους φύλαξης ανά τακτά διαστήματα, τους στρατιώτες ελέγχου στις πύλες της πόλης, χώρια οι αγγελιαφόροι, οι έμποροι, οι ναυπηγοί και οι εργάτες των ναυπηγείων, οι βιοτέχνες, οι ιερείς των εκατοντάδων ναών που υπήρχαν στην πόλη και τέλος οι κάτοικοι, οι μέτοικοι και οι δούλοι. Στην είσοδο κάθε λιμανιού υπήρχαν φάροι που οδηγούσαν τους ναυτικούς.   

Η Ζέα, η Μουνυχία, ο Κάνθαρος γεμίζουν όχι μόνο από νεώσοικους, αλλά και από ναυπηγεία, εργαστήρια και άλλα κτήρια απαραίτητα για την ολοκλήρωση του ναυτικού έργου. Η ναυπηγική τέχνη στον Πειραιά έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο ώστε είχε τη δυνατότητα σε διάστημα ολίγων ημερών να ναυπηγήσουν, να εξοπλίσουν και να επανδρώσουν πολεμικό στόλο που χάνεται σε μάχες με ρυθμό τέτοιο που ακόμα και σήμερα θεωρείται αδύνατο τεχνικό επίτευγμα. 

Υπήρχαν μέχρι και Λέσχες για τους Αξιωματικούς και τους οπλίτες επιβάτες των τριηρών ξεχωριστά. Δηλαδή οι άνδρες που αποτελούσαν το πλήρωμα μιας τριήρης συγκροτούσαν και μια ξεχωριστή λέσχη στην οποία σύχναζαν. Στην Αθήνα (ευρύτερη έννοια) λειτουργούσαν 360 λέσχες, δηλαδή τόσες όσες περίπου ήταν και οι τριήρεις.     

Ο Θουκιδίδης επιβεβαιώνοντας τη ναυτική δύναμη της Αθήνας (που πέτυχε μέσω του Πειραιά), όχι μόνο στον τομέα των πολεμικών πλοίων αλλά και των εμπορικών ώστε στην Ιστορία Β' γράφει: 
"Η πόλη μας είναι πολύ μεγάλη και για τούτο εισάγουμε κάθε προϊόν από όπου κι αν παράγεται. Έχουμε πετύχει να απολαμβάνουμε τα αγαθά των ξένων ανθρώπων και τόπων με την ίδια ευκολία που απολαμβάνουμε τα δικά μας αγαθά".     
     

Στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά συναντούμε μεγάλο αριθμό από λίθινες άγκυρες οι περισσότερες των οποίων προέρχονται από το λιμάνι της Ζέας. Αυτές δεν ήταν οι άγκυρες που έφεραν τα πλοία, αλλά χρησιμοποιούνταν ως μόνιμα αγκυροβόλια (δέστρες) σε προκαθορισμένες θέσεις μπροστά από τους νεώσοικους. Δηλαδή μπροστά από κάθε νεώσοικο υπήρχε και μια τέτοια άγκυρα ώστε να δένει συγκεκριμένη τριήρης, αφού όπως ήδη αναφέραμε κάθε πλοίο αντιστοιχούσε σε συγκεκριμένο νεώσοικο. 


Πηγές:
- «Οι λιμένες και τα Μακρά τείχη των Αθηνών» υπό Ενρ. ΟΥΛΕΡΙΧΟΥ, Εν Αθήναις 1843.
- «Πειραιάς, Κέντρο Ναυτιλίας και Πολιτισμού» Γ. Σταϊνχάουερ, Μ. Μαλικούτη, Β. Τσοκόπουλος, Β. Γκανιάτσας, Αιγηϊς.
- «Τριήρης. Τακτική και Επιχειρησιακό Περιβάλλον στην αρχαία Ελλάδα» της Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου, Έκδοση Περιοδικού «Ναυτική Επιθεώρηση» της Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού, 2016.
- http://www.zeaharbourproject.dk  (Zea Harbour Project).
- Ζέα: Ο πολεμικός ναύσταθμος ναύσταθμος της αρχαίας Αθήνας (Lifo.gr).


Διαβάστε επίσης:


Η Σκευοθήκη του Φίλωνος



Η Σκευοθήκη του Φίλωνος

Τομή προσόψεως της Σκευοθήκης του Φίλωνος

του Στέφανου Μίλεση

Η Σκευοθήκη του Φίλωνος ήταν ένα τεράστιο σε μέγεθος οικοδόμημα, εντός του οποίου εκθέτονταν όλα τα κινητά μέρη και τα εξαρτήματα των πλοίων, όταν αυτά δεν βρίσκονταν εν πλω, όταν δηλαδή δεν επιχειρούσαν στη θάλασσα. 

Αυτή η ναυτική αποθήκη φιλοξενούσε ιστία, σχοινιά, κουπιά, σκάλες, τέντες και κάθε είδους εξάρτημα πλοίου (πολεμικό ή όχι) για να μη φθείρεται, εκτεθειμένο στους ανέμους και στις βροχές, όταν τα πλοία δεν ενεργούσαν. Και κύρια εποχή που δεν ενεργούσαν ήταν κατά τη διάρκεια του Χειμώνα που η ναυσιπλοΐα ήταν αδύνατη. Για αυτό το λόγο και διακρινόταν ως η Σκευοθήκη των νεώσοικων σε σχέση με τις πολλές άλλες σκευοθήκες που υπήρχαν στον Αθηναϊκό Ναύσταθμο.    

Τη Σκευοθήκη μπορούσε ελεύθερα οποιοσδήποτε επιθυμούσε να επισκεφθεί, ώστε να δει από κοντά και να διαπιστώσει την άψογη κατάσταση και συντήρηση των ειδών (των Σκευών) των πλοίων, ως απόδειξη της καλής διαχείρισης του δημόσιου χρήματος. Η ίδια η Σκευοθήκη άλλωστε ανεγέρθηκε από εράνους των πολιτών. 

Συνεπώς η Σκευοθήκη εξυπηρετούσε δύο βασικές λειτουργίες. 
Η πρώτη ήταν η λειτουργία της "χρήσης", για την αποθήκευση των κινητών εξαρτημάτων των πλοίων (όταν για παράδειγμα τα πλοία ξεχειμώνιαζαν, σύρονταν δηλαδή εντός των νεώσοικων όπου παρέμεναν για προστασία κατά τη διάρκεια του χειμώνα, τότε τα εξαρτήματα αυτών αφαιρούνταν και αποθηκεύονταν στη Σκευοθήκη). 
Η δεύτερη χρήση της ήταν "σκοπού", αφού μέσω αυτής η Δημοκρατία επιδείκνυε τα προτερήματά της, ένα εκ των οποίων ήταν η διαφάνεια στη λειτουργία της και ο σεβασμός στο δημόσιο ταμείο. Για το λόγο αυτό και εσωτερικά η Σκευοθήκη διέθετε έναν κεντρικό διάδρομο για τον κόσμο, ώστε κάθε πολίτης να ελέγξει το περιεχόμενό της.  

Και πραγματικά το κτήριο με τις δύο εισόδους (μια σε κάθε πλευρά) ήταν διαιρεμένο εσωτερικά σε 78 διαμερίσματα (34 από κάθε πλευρά). Κάθε διαμέρισμα έχει πατάρι με ξύλινα ράφια που προορίζονταν για την εναπόθεση των εξαρτημάτων. 

Σχέδιο του Jeppesen που αναπαριστά τη Σκευοθήκη του Φίλωνος


Η σπουδαιότητα της Σκευοθήκης του Φίλωνος δεν έχει ακόμα καταδειχθεί στις μέρες μας όσο θα έπρεπε, παρότι ο Πλίνιος το συγκαταλέγει ανάμεσα στα θαύματα του αρχαίου κόσμου μαζί με το ναό της Εφεσίας Αρτέμιδος, το Φάρο της Αλεξανδρείας και το υδραυλικό όργανο του Κτησιβίου. Ήταν το κόσμημα του Αθηναϊκού Ναυστάθμου!

Η Σκευοθήκη έλαβε τον προσδιορισμό "του Φίλωνος" από από τον σπουδαίο αρχιτέκτονα και κατασκευαστή της τον Φίλωνα από την Ελευσίνα. Η κατασκευή ξεκίνησε το 347 προς 346 π.Χ., ωστόσο το οικοδόμημα άργησε να τελειώσει (τελείωσε το 328 π.Χ.). 

Η Σκευοθήκη, όπως και τα περισσότερα λαμπρά οικοδομήματα του Πειραιά, καταστράφηκαν από τον Ρωμαίο Ύπατο Σύλλα (86 π.Χ.). (Βλ. Καταστροφή του Πειραιά από τον Σύλλα).

Προς τιμή του αρχιτέκτονα και κατασκευαστή της Σκευοθήκης Φίλωνα δρόμος του Πειραιά έλαβε αυτό το όνομα με την υπ΄ αριθμ. 446 από 21 Δεκεμβρίου 1851 Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιά. Είναι η γνωστή σε όλους μας οδός Φίλωνος.


Η ανεύρεση της επιγραφής: 

Για πολλά χρόνια επικρατούσε η αντίληψη ότι η Σκευοθήκη του Φίλωνος βρισκόταν πίσω από τη σημερινή Πλατεία Κανάρη στο Πασαλιμάνι (Λιμάνι Ζέας). 

Κι αυτό όχι τυχαία, αλλά διότι εκεί είχε βρεθεί το 1882 μια επιγραφή (αποτελούμενη από 97 στίχους) που ήταν ένα είδος "εργολαβικού" (οδηγιών) προς τον υποψήφιο που θα αναλάμβανε την πραγμάτωση του έργου σύμφωνα με τις προδιαγραφές του. 

Σχεδιάγραμμα με το οποίο ο Αλέξανδρος Μελετόπουλος υπεδείκνυε τη θέση που πιθανότατα βρισκόταν η Σκευοθήκη του Φίλωνος (πίσω από την Πλατεία Κανάρη), άποψη που στήριξε από επιγραφή που είχε βρεθεί στο ίδιο σημείο. Φυσικά η αρχαιολογική σκαπάνη απέδειξε ότι επρόκειτο περί λάθους.


Εκ της αποστολής των τέτοιου είδους επιγραφές κατέγραφαν με κάθε λεπτομέρεια τις διαστάσεις, το σχήμα, τους όρους κατασκευής, τα υλικά κατασκευής, τις προθεσμίες κ.α. 
Τοποθετούνταν σε δημόσια μέρη της πόλης, όπου ο λαός και προπάντων οι ενδιαφερόμενοι (οι υποψήφιοι δηλαδή εργολάβοι, θα μπορούσαν να αναγνώσουν). 

Με βάση τα στοιχεία αυτής της επιγραφής υπάρχει σήμερα στο Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος, μια μακέτα που την αναπαριστά. 
Η επιγραφή αυτή μας δίνει και τις σημαντικές πληροφορίες ότι η Σκευοθήκη είχε μήκος 113 μέτρα, πλάτος 18 μέτρα και ύψος 10 μέτρα.

Όμως πέραν της μακέτας, οι συγγραφείς της επιγραφής μας δίνουν τόσο αναλυτικά τις πληροφορίες τους, με κάθε λεπτομέρεια, που θα μπορούσαν ακόμα και οι σημερινοί αρχιτέκτονες να το κατασκευάσουν σύμφωνα με τις οριζόμενες προδιαγραφές.

Στη φωτογραφία αναπαράσταση της Σκευοθήκης του Φίλωνος σε μακέτα που εκτίθεται στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος
 Πηγή:archaiologia.gr).


Η επιγραφή ξεκινά με μια επίκληση στους Θεούς, κι αυτό αποτελούσε ένα σύνηθες τρόπο έναρξης, σε δημόσια ή ιδιωτικά συμβόλαια, όπως και σήμερα επίσης συμβαίνει σε επίσημα κείμενα, όπως με το ελληνικό Σύνταγμα που ξεκινά με την επίκληση "Εις το όνομα της Αγίας Τριάδος". 

Η Επιγραφή της Σκευοθήκης του Φίλωνος ξεκινά με μια επίκληση "Θεοί!".
Στη συνέχεια ορίζει ονοματίζει τους σχεδιαστές αρχιτέκτονες που είναι ο Ευθύδομος γιος του Δημητρίου από το Δήμο Μελίτης και ο Ελευσίνιος Φίλωνας. Πρόκειται για σκευοθήκη "κρεμαστών σκευών" στη Ζέα. Ανάμεσα στα υλικά κατασκευής διακρίνουμε και τον περίφημο Ακτίτη (Πειραϊκό) λίθο.  


Η επιγραφή ορίζει πολλά θέματα με απλό και κατανοητό τρόπο όπως ότι:
"Θα κτισθεί Σκευοθήκη, δια τα κρεμαστά εξαρτήματα των πλοίων εις τη Ζέα, πίσω από τους νεώσοικους... το μέγεθός της θα είναι.... Δια να γίνει το πάτωμα και τα θεμέλια θα κόψει πρώτα όπου είναι βραχώδες το έδαφος...θα μετρήσει προς τα μέσα 15 πόδες από κάθε πλευρά και θα ανοίξει παράλληλα προς τους τοίχους θεμέλια για μια σειρά κιόνων από 35 κίονες σε κάθε πλευρά...".  

Η Σκευοθήκη του Φίλωνος δεν αποτελούσε το μοναδικό αποθηκευτικό οικοδόμημα του Ναυστάθμου καθώς έχει καταγραφεί μεγάλο πλήθος άλλων σκευοθηκών, όμως σίγουρα ήταν η πιο εντυπωσιακή ως προς το μέγεθος και την κατασκευή.  

 Η πραγματική τοποθεσία της Σκευοθήκης του Φίλωνος:

Το 1988 συνεργεία που κατ΄ εντολή του Δημάρχου Πειραιώς εκτελούσαν διάνοιξη σήραγγας (για γκαράζ) "έπεσαν" πάνω στα θεμέλια της Σκευοθήκης. Η διάνοιξη ματαιώθηκε. Ωστόσο έγινε η εκτίμηση ότι το νότιο άκρο της Σκευοθήκης ξεκινούσε μπροστά από το σημερινό ίδρυμα Λασκαρίδη (τότε Γαλλική Ακαδημία) με κατεύθυνση βορεινή δηλαδή προς το λιμάνι του Πειραιά. 

Σε άλλη εκσκαφή για ανέγερση πολυκατοικίας επί της οδού Υψηλάντου 170 βρέθηκε και άλλο μέρος της Σκευοθήκης. Η αρχαιολογική υπηρεσία εκτίμησε ότι επρόκειτο για το βόρειο άκρο της Σκευοθήκης. Με βάση τη νέα εκτίμηση της αρχαιολογικής υπηρεσίας η Σκευοθήκη φαίνεται ότι δεν έχει κατεύθυνση βόρεια (από Πασαλιμάνι προς λιμάνι) αλλά κλίνει προς τη δυτική πλευρά της Ζέας. 

Η Βόρεια είσοδος της Σκευοθήκης του Φίλωνος


Τα ευρήματα της οδού Υψηλάντου 170 ευτυχώς δεν καταχώθηκαν (όπως συνήθως συμβαίνει), αλλά εκτίθενται σε ειδικά διαμορφωμένη πυλωτή κτηρίου, εντός του οποίου σήμερα στεγάζεται το Υποθηκοφυλακείο Πειραιώς.  

Χάρτης με τον Πειραιά του Ιππόδαμου στον οποίο φαίνεται η Σκευοθήκη του Φίλωνος στη θέση που πραγματικά καταλαμβάνει


Ο αρχαιολόγος Γεώργιος Σταϊνχάουερ έχει καταγράψει ότι η μεταθάνατια δόξα της η Σκευοθήκη τη χρωστάει στη λειτουργικότητα της εσωτερικής διαρρύθμισης που θα μιμηθεί η σκευοθήκη δίπλα στο Ηφαιστείο στην Αθηναϊκή Αγορά. 


Πηγές:

- "Πώς έκτιζαν οι αρχαίοι τα μνημεία", δοκίμιο του Γ. Κουρουνιώτη δημοσιευμένο στο "Ημερολόγιον της Ελλάδος, Εικονογραφημένον", του 1936, ιδρυτής - διευθυντής Γεώργιος Δροσίνης.
- "Πειραϊκά Μελετήματα, Αναδιφώντας κείμενα ιστορίας, Αρχαιολογίας και Δικαίου", Μιχαήλ Γ. Βλάμου, Έκδοση Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, Πειραιάς 2003
- "Η Σκευοθήκη του Φίλωνος" του Αλέξανδρου Ν. Μελετόπουλου, Εν Αθήναις 1882.
- "Πειραιάς Κέντρο Ναυτιλίας και Πολιτισμού", ΑΙΓΗΪΣ, Γεώργιος Σταϊνχάουερ, Ματίνα Μαλικούτη, Βάσιας Τσοκόπουλος, Βασίλης Γκανιάτσας.


Διαβάστε επίσης:

  

Η καταστροφή του Πειραιά από τον Σύλλα (86 π.Χ.)




Ο πόλεμος των δύο «Καραϊσκάκηδων» σε Πειραιά και Αθήνα

Αριστερά ο ανδριάντας του Γεωργίου Καραϊσκάκη φιλοτεχνημένος από τη Λουκία Γεωργαντή στον Πειραιά και δεξιά ο αντίστοιχος ανδριάντας του Στρατάρχη φιλοτεχνημένος από τον Μ. Τόμπρο στην Αθήνα. 

του Στέφανου Μίλεση
Ένα άρθρο της εφημερίδας «Ανένδοτος» της 26ης Μαρτίου του 1966, την παραμονή ουσιαστικά των αποκαλυπτηρίων στον Πειραιά του ανδριάντα του ήρωα του 1821, του Γεωργίου Καραϊσκάκη, στην ομώνυμη πλατεία, φιλοξενεί συνέντευξη της γλύπτριας που το φιλοτέχνησε της Λουκίας Γεωργαντή Οικονομοπούλου.

Σε εκείνη τη συνέντευξη όμως η γλύπτρια Λουκία Γεωργαντή, αποκαλύπτει το μάλλον άγνωστο ιστορικό που έχει ο ανδριάντας του Καραϊσκάκη, που μέχρι σήμερα κοσμεί το λιμάνι του Πειραιά. Την ίδια εποχή που η Γεωργαντή φιλοτεχνούσε τον Καραϊσκάκη του Πειραιά, ένας άλλος γλύπτης ο Μιχάλης Τόμπρος, φιλοτεχνούσε τον επίσης έφιππο ανδριάντα του Καραϊσκάκη προκειμένου να τοποθετηθεί στην Αθήνα.

Και οι δύο «Καραϊσκάκηδες» Πειραιώς και Αθηνών, φαίνεται να έχουν πολλές ομοιότητες καθώς αναπαριστούν τον ίδιο ήρωα, είναι έφιπποι, είναι ορειχάλκινοι και κατασκευάστηκαν περίπου την ίδια εποχή, το 1966, παρότι τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα των Αθηνών έγιναν το 1968. Εν τούτοις έχουν και διαφορές καθώς ο Καραϊσκάκης του Πειραιά έχει ύψος μαζί με το βάθρο του 6,5 μέτρα ενώ ο αντίστοιχος της Αθήνας 9 μέτρα. 

Όμως η κυριότερη διαφορά τους βρίσκεται στο ότι ο μεν πειραϊκός ανδριάντας κατασκευάστηκε σε αποκλειστικά ελληνικά εργαστήρια, ενώ αυτός του Τόμπρου κατασκευάστηκε στο Παρίσι με παντογράφο, αφού προηγούμενα ο γλύπτης έδωσε με κλίμακα τη μορφή που ήθελε στο έργο του.

Δεν είμαι ειδικός στο να κρίνω ποιος από τους δύο ανδριάντες του Καραϊσκάκη (Πειραιώς και Αθηνών) θεωρείται πληρέστερος τεχνικά και αρτιότερα φιλοτεχνημένος. Μπορώ όμως να εκφράσω μόνο προσωπική προτίμηση για αυτόν του Πειραιά, καθώς θεωρώ ότι υπερτερεί, αφού πετυχαίνει την τέλεια εκφραστικότητα του αλόγου και μια χάρη στην κίνησή του μοναδική. Κι αυτό δεν επιτεύχθηκε τυχαίως, καθώς η Λουκία Γεωργαντή ξόδεψε πολύ από το χρόνο της, επισκεπτόμενη διάφορα ιπποστάσια ώστε να μπορέσει να αποτυπώσει την αγωνία του ζώου τη στιγμή της μάχης. Μύες που φουσκώνουν, αγωνία στη μορφή του περήφανου ζώου, άπλωμα ποδιών όχι αλόγιστα αλλά εμφανώς συγκρατημένα. Το περήφανο άτι είναι γεροδεμένο σμιλευμένο από τις μάχες και τον καλπασμό (στην φωτογραφία αριστερά είναι του Πειραιά και δεξιά της Αθήνας). Χρειάστηκε για αυτό επίσης να μελετήσει την ανατομία των αλόγων, ενώ όσον αφορά τη μορφή του Καραϊσκάκη τη δανείστηκε από μια μαρμάρινη προτομή που ο πατέρας της είχε φιλοτεχνήσει παλαιότερα. 



Η ιστορία όμως με τους δύο ανδριάντες δεν τελειώνει εδώ. Όταν ο Δήμος Αθηναίων εξεδήλωσε την επιθυμία να φιλοτεχνηθεί ένας ανδριάντας του Καραϊσκάκη, η Λουκία Γεωργαντή έστειλε στον Δήμαρχο Αθηναίων μια επιστολή λέγοντάς του ότι προτίθεται χωρίς καμία αμοιβή να φιλοτεχνήσει το έργο, δανειζόμενη, όπως η ίδια είπε στη σχετική συνέντευξη, τη μορφή του Καραϊσκάκη από το παλαιότερο έργο του πατέρα της. Ωστόσο ο καιρός περνούσε, απάντηση από το Δήμο Αθηναίων δεν λάμβανε, μέχρι που ύστερα από τρεις μήνες διάβασε ξαφνικά στις εφημερίδες ότι ο Δήμος Αθηναίων διενεργούσε διαγωνισμό για τη κατασκευή του ανδριάντα του Καραϊσκάκη! Και βέβαια ο συγκεκριμένος διαγωνισμός της φάνηκε παράξενος, καθώς αυτό που ο Δήμος Αθηναίων θα μπορούσε να λάβει δωρεάν, προτιμούσε να το πληρώσει! Εξάλλου η Λουκία Γεωργαντή στην εποχή στην οποία αναφερόμαστε ήταν ήδη γνωστή και διακεκριμένη γλύπτρια. Η απάντηση που έλαβε ήταν η εξής: «Να λάβετε μέρος κι εσείς στο διαγωνισμό».

Φυσικά ο λόγος που η Λουκία Γεωργαντή δεν έλαβε μέρος στον διαγωνισμό, ήταν ότι ήθελε να προστατέψει τη μνήμη του πατέρα της, καθώς θα έθετε υπό εξέταση επιτροπής το έργο ενός αναγνωρισμένου γλύπτη όπως ήταν ο πατέρας της Νικόλαος Γεωργαντής. Όπως είπαμε ο δικός της Καραϊσκάκης θα δανειζόταν τη μορφή του από ένα παλαιότερο έργο του πατέρα της. Έτσι ο διαγωνισμός έγινε άνευ δικής της συμμετοχής και την εκτέλεση ανέλαβε ο επίσης καταξιωμένος γλύπτης Μιχάλης Τόμπρος. Ως αποτέλεσμα αυτής της παράξενης ιστορίας, ήταν ότι ο μεν Δήμος Αθηναίων πλήρωσε τουλάχιστον δύο εκατομμύρια δραχμές, ενώ θα μπορούσε να αποδεχθεί το έργο της Γεωργαντή που προσφερόταν δωρεάν. 



Την εποχή που η Γεωργαντή λάμβανε ως απάντηση από τον Δήμαρχο Αθηναίων, να μετάσχει στο διαγωνισμό, εμφανίστηκε ο Δήμος Πειραιώς και της πρότεινε η τοποθέτηση να γίνει στη πόλη μας. Έτσι ο Πειραιάς κέρδισε ένα σπουδαίο έργο που κοσμεί σήμερα μια ιστορική πλατεία. Η Γεωργαντή μάλιστα έφτασε στο σημείο να προσφέρει εκτός του ίδιου του έργου και χρήματα από την τσέπη της προκειμένου να καλύψει κάποια έκτακτα έξοδα καθώς ο τότε υπουργός Στράτος δεν είχε επιτρέψει τη διενέργεια εράνου στον Πειραιά υπέρ της κατασκευής του μνημείου Καραϊσκάκη. Όλα αυτά τα εξιστόρησε όπως αναφέραμε η ίδια η Λουκία Γεωργαντή – Οικονομοπούλου στη σχετική της συνέντευξη.

Από τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Γ. Καραϊσκάκη στον Πειραιά (27 Μαρτίου 1966)

Τα αποκαλυπτήρια του Καραϊσκάκη του Πειραιά έγιναν στις 27 Μαρτίου του 1966 ενώ την ίδια περίοδο ο άλλος Καραϊσκάκης των Αθηνών βρισκόταν επίσης στον Πειραιά φιλοξενούμενος σε αποθήκες του Δήμου Πειραιώς καθώς φτάνοντας από το Παρίσι όπου κατασκευάστηκε δεν είχε αποφασιστεί το σημείο της τοποθέτησης. Ως πρώτο σημείο είχε προταθεί η Πλατεία Συντάγματος, με δεύτερο το χώρο έξω από το Παναθηναϊκό Στάδιο. Όπως βέβαια γνωρίζουμε μετά από αρκετή φιλοξενία στις πειραϊκές αποθήκες ο «περιπλανώμενος» Καραϊσκάκης των Αθηνών τοποθετήθηκε στο Ζάππειο. Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι το γιατί η Γεωργαντή έτυχε αυτής «επιθετικής» θα λέγαμε συμπεριφοράς, που φάνηκε ακόμα και στα αποκαλυπτήρια. Σε αυτά του Πειραιά παρέστησαν ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Αθανασιάδης – Νόβας, οι απόγονοι του Καραϊσκάκη, πειραιώτες επίσημοι και φυσικά ο Δήμαρχος Πειραιώς Κυριακάκος. Τα αποκαλυπτήρια των Αθηνών όμως, τίμησαν με την παρουσία τους τόσο ο Πρωθυπουργός όσο και ο τότε Βασιλιάς Κωνσταντίνος. Τότε ήταν που ειπώθηκε το γεγονός ότι ο πόλεμος ανάμεσα στους δύο «Καραϊσκάκηδες» είχε αρχίσει… 

Ο καφενές του νεκροταφείου πλοίων




Μια από τις αγαπημένες μεριές μου υπήρξε για καιρό, στο νησί της Σαλαμίνας, κάτω από τα Παλούκια, το νεκροταφείο των καραβιών. Έβλεπες εκεί (και ασφαλώς θα τα βλέπεις ακόμα) παλιά, παρατημένα καΐκια, μισοξεκοιλιασμένα, σε όλα τα στάδια της αποσύνθεσης. 

Πιο μακριά, σειρές από φορτηγά αναπαύονταν ή κείτονταν σε αναγκαστική αργία.  Ανάμεσά τους ένας μικροσκοπικός καφενές. Ένα τραπέζι και δύο καρέκλες, πάντα ελεύθερες στην ακροθαλασσιά, πλάι σε δύο καΐκια γερμένα στο πλάι. Έχω περάσει ώρες σε αυτό το μέρος, να κοιτάω, να ακούω και καμιά φορά να γράφω. Σχεδόν πάντα μόνος, έξω από τις λίγες φορές που κατάφερνε η Φρόσω, όταν έλειπε ο πατέρας της να το σκάσει και να 'ρθεί να με βρει. 

Ακριβώς απέναντι οι ταβέρνες και τα καφενεία στο Πέραμα, όπου φτιάχνουν βάρκες, καΐκια, ακτόπλοια. Βάρκες πηγαινοέρχονταν χωρίς σταματημό ανάμεσα στο νησί και στην απέναντι στεριά. Παραμόνευα πότε θα φανεί η Φρόσω και ήξερα πότε ερχόταν, χωρίς να τη δω, όταν στην απέναντι ακτή ο Μπάρμπα Γιώργος, ένας ψαράς που είχαμε γίνει φίλοι, ετοίμαζε την κόκκινη βάρκα του, που είχα βαφτίσει "Χαρά". 

Πέραμα 1962

Η Φρόσω έτρεχε κάνοντάς μου νοήματα από την ακτή και παράγγελνα στον καφετζή άλλο ένα ούζο για τον βαρκάρη. Ποτέ, παρά τα ασταμάτητα πήγαινε - έλα που τον ανάγκαζα να κάνει, δεν δέχθηκε ο Μπάρμπα Γιώργος λεφτά. Τύχαινε, όταν τίποτ΄ άλλο δεν τον καλούσε αλλού, να κάτσει πλάι μου και να με κοιτάει σιωπηλός να γράφω, παρακολουθώντας με παραξενεμένο μάτι τα καβαλιστικά σημάδια  που αράδιαζα πάνω στο χαρτί, γιατί δεν ήξερε να γράφει. 

Είχε γεννηθεί στο Πέραμα και είχε δουλέψει σ'  όλη του τη ζωή στα ναυπηγεία, κι αργότερα στο ναύσταθμο της Σαλαμίνας. Τώρα μόνος, στη σύνταξη, αργόσχολος εδώ κι εκεί, περνούσε απέναντι τους ανθρώπους που ήθελαν να πάνε στα Παλούκια ή να γυρίσουν από εκεί, και όταν ο καιρός ήταν ωραίος, πήγαινε ως την Αίγινα, με το κουπί, για ψάρεμα. Δεν δεχόταν παρά ένα ούζο, που έπινε με μικρές γουλιές, σαν πουλί.


Το Νοέμβρη, εκείνη τη χρονιά, όταν αποφάσισα να γυρίσω στη Γαλλία, ήρθα να περάσω την τελευταία ημέρα στη Σαλαμίνα. Του αγόρασα μια μπουκάλα ούζο "Μεταξά" και του την έδωσα όταν έφευγα. Την πήρε, κατάπληκτος, ίσως να μην είχε ποτέ πριν την τύχη, να έχει μια ολόκληρη μπουκάλα δική του, και θυμάμαι ότι αμήχανος, στεκόταν εκεί, μη ξέροντας τι άλλο να πει: "όλα ό,τι θέλεις να με ρωτάς, όταν θα ξανάρθεις, όλα ό,τι θέλεις!"

Στο καφενείο των Παλουκιών, μόλις μ'  έβλεπε ο ταβερνιάρης έφερνε ένα διπλό ούζο με μεζέ, που κάθε μέρα ποίκιλλε με φαντασία, μια ελιά, ένα κομματάκι ντομάτα, φέτα ή κασέρι, ένα πλοκάμι από χταποδάκι στη σχάρα, ένα τηγανιτό καλαμαράκι. Με τη νύχτα που έπεφτε, η Φρόσω κι εγώ αφήναμε το καφενείο που έκλεινε και πηγαίναμε απέναντι στο Πέραμα, όπου εκείνη την εποχή υπήρχαν έξοχα μπουζούκια, λαϊκές ορχήστρες με χοντρές γυναίκες που τραγουδούσαν τσιφτετέλια της Μικράς Ασίας και σείονταν πάνω στο πάλκο.

Το Πέραμα της Μαρίας Πωπ


Αυτές οι ευτυχισμένες μέρες των Παλουκιών τοποθετούνται ανάμεσα στο 1957 και στο 1960. Όταν, εκείνη τη χρονιά, χωρίσαμε με τη Φρόσω μετά από δραματικά γεγονότα, δεν μου έκανε πια κέφι να ξαναπάω. Ο Μπάρμπα Γιώργος να ζει άραγε ακόμα; Να' χει πάντα τη "Χαρά", την κόκκινη βάρκα του; Ο καφετζής που μ'  έβλεπε να χάνομαι κάθε χρόνο ανάμεσα σε Νοέμβρη και Ιούνη, δεν φαινόταν να καταλαβαίνει ότι έφευγα, ότι πήγαινα στο σπίτι μου στη Γαλλία. Για αυτόν σπίτι μου ήταν στην Ελλάδα. 

"Πότε θα την παντρευτείς;", μου είπε μια μέρα 
"Ένα τόσο όμορφο κορίτσι! Και να ξέρεις ότι σε αγαπάει!". 
Έτσι κάθε φορά που με ξανάβλεπε Μάη, Ιούνη ή Ιούλιο, ανάλογα με το χρόνο, μου έλεγε, κάνοντας με το χέρι του εκείνη τη γνωστή ελληνική χειρονομία για το γιατί: "αλλά πού είχες πάει εσύ όλες αυτές τις  μέρες;". 
Και είχε δίκιο. Εκείνα τα χρόνια περνούσα το χειμώνα και την άνοιξη στη Γαλλία ενώ ένοιωθα ότι έμενα για πάντα στην Ελλάδα. Μου τύχαινε, μάλιστα, για να ενισχύσω αυτό το συναίσθημα της εγκατάστασης, της οικειότητας, να φεύγω αφήνοντας μικροχρέη στον μπακάλη των Αθηνών από όπου συνήθιζα να ψωνίζω: "θα σας πληρώσω την άλλη φορά" του έλεγα μια μέρα πριν φύγω. Και εξοφλούσα το χρέος μου τον ερχόμενο χρόνο, ένα χρέος που ασφαλώς θα το είχε ξεχάσει. 

Σαλαμίνα 1934 του Αλέξανδρου Μπαρκόφ

Δύσκολο να πω γιατί αγαπούσα τόσο τα Παλούκια. Ασφαλώς γιατί εδώ στον ερχομό μου από τα νησιά, ξανάβρισκα την αόρατη παρουσία τους, στις οσμές της πίσσας, του μαζούτ της θάλασσας και του ψημένου χταποδιού. Τόπος μελαγχολικός, μ΄ αυτή την ακίνητη θάλασσα και τον αργό θάνατο των καϊκιών, τόσο παράξενος όμως, τόσο παράδοξος μέσα στο ράγισμά του, που ήταν για μένα, ένας σουρεαλιστικός κόσμος. 


Προχωρώντας λίγο πιο μέσα ανακάλυπτες κι άλλα καράβια, καταμεσής, στη στεριά, σα να τα είχε παρατήσει εκεί ένα παλιό παλιρροϊκό κύμα, στερεωμένα σε δεκανίκια ή ριγμένα στο πλάι. Ποτέ δεν κατάλαβα τι έκαναν εκεί αυτά τα καράβια γιατί κανείς, εκτός από τα παιδιά που έπαιζαν εκεί, δεν φαινόταν να ενδιαφέρεται για αυτά. Έλεγα μέσα μου ότι κανένας -κανένας γεροναυτικός εν πάση περιπτώσει- δεν θα τολμούσε ν'  απλώσει το χέρι του απάνω τους, να τα κομματιάσει όπως κάνουν σε μια φάλαινα που εξόκειλε. 

Αλλά το πιο συναρπαστικό, το πιο μαγικό, ανάμεσα στο καφενείο και την ακτή των ακίνητων φορτηγών ήταν ένα οικόπεδο όπου είχαν πετάξει όλα τα άχρηστα εξαρτήματα, σκουριασμένες άγκυρες, τροχαλίες, σπασμένα κατάρτια, παλιά σχοινιά, κάθε μεγέθους γρανάζια, που σχημάτιζαν εκεί το αυτοσχέδιο τρόπαιο κάποιου ναυτικού θεού. Πόσο μάλλον που στην κορυφή εκείνων των ετερόκλητων πραγμάτων ήτανε θρονιασμένη μια σειρήνα, παλιό ακρόπρωρο, φαγωμένη, ξεφλουδισμένη, σκαμμένη σαν κορμός ελιάς. Θα πρέπει να ήταν από καιρό εκεί και πολλές φορές μου πέρασε από το νου να την κλέψω. Στο τέλος προτίμησα να την αφήσω εκεί όπου ανήκε. Ήτανε, κι αυτή, ερείπιο, αλλά ένα ερείπιο που έπαλε ακόμη, πιο πραγματικό από των ναών και των νεκρών πόλεων. Στην πραγματικότητα, αυτός ο τόπος θύμιζε ποίημα για νεκρά ταξίδια, για πλόες πεθαμένους, γραμμένο με λόγια από ξύλο, άγκυρες και σπασμένα κατάρτια. 

Να ήτανε άραγε αυτό το λιμάνι, που τόσο αναζητούσαν, οι περιπλανώμενες ψυχές τους Σεφέρη, αυτό το μαυσωλείο το αφιερωμένο μέσα από την αγωνία των παλιών καϊκιών, στο Ναύτη και στην άγνωστη Σειρήνα;  

(Απόσπασμα από το βιβλίο "Το Ελληνικό Καλοκαίρι" του Jacques Lacarriere , Εκδόσεις Ι. Χατζηνικολή) 

     

Περί της απόβασης των Ελλήνων στη θέση Γωνίαν (1827)

Πίνακας του Βολανάκη που απεικονίζει την απόβαση των Ελλήνων στο Φάληρο.

Του Στέφανου Μίλεση

Στις τέσσερις η ώρα τα ξημερώματα της 24ης Ιανουαρίου 1827 ο Άστιγξ (Frank Abney Hastings) με το ατμόπλοιο "Καρτερία" και τη μοίρα του, αποτελούμενη από δεκαπέντε συνολικά πλοία, μαζί με πολλές λέμβους που μετέφεραν ελληνικό στράτευμα προς απόβαση στην Αττική γη, αναχώρησε από τα Αμπελάκια της Σαλαμίνας με προορισμό τα Φαληρικά ύδατα. Σκοπός της επιχείρησης ήταν η δημιουργία ελληνικού προγεφυρώματος ώστε να επιτευχθεί στη συνέχεια η μεταφορά μεγαλύτερης ελληνικής δύναμης στην Αττική γη που θα επιτύγχανε τη λύση της πολιορκίας των Ελλήνων που ήταν οχυρωμένοι στην Ακρόπολη.

Ο φιλέλληνας Σκωτσέζος Θωμάς Γκόρντον (Thomas Gordon) πραγματικά αποβίβασε το στράτευμα στην ακτή, στην θέση την καλουμένη Γωνίαν (Γωναίαν) στην Καστέλλα. 

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι εάν οι Τούρκοι έβαλαν από τα υψώματα της Καστέλλας θα μπορούσαν να ανακόψουν την επιχείρηση. Για αυτό και το σημείο απόβασης, η "Γωνιάν", που αποτέλεσε προσωπική επιλογή του Γκόρντον, καθίστατο "αόρατη", καθώς υπερυψωνόταν πάνω από την παραλία ένας απότομος γκρεμός στην ρίζα του οποίου όταν θα βρίσκονταν οι Έλληνες, δεν θα ήταν εκτεθειμένοι στις βολές των Τούρκων που πιθανόν να τους έβαλαν από την κορυφή του λόφου της Καστέλλας. 


Η δύναμη που αποβιβάστηκε στη θέση "Γωνίαν" δεν ήταν μικρή ώστε να περάσει απαρατήρητη, καθώς απαρτιζόταν από εικοσιπέντε φιλέλληνες Αξιωματικούς μεταξύ των των οποίων ήταν και ο Έϋδεκ, αλλά και από πολλούς οπλαρχηγούς με τους άνδρες τους. Ο Μακρυγιάννης αποβιβάσθηκε με τους  550 άνδρες του, ο Ιωάννης Νοταράς με 1.500, όπως και ο Δημήτρης Καλλέργης με τους Κρήτες του, Ιωάννης Πέτας και ο Χαράλαμπος Ιγγλέσης. Μάλιστα ο τελευταίος ηγείτο ως αξιωματικός τακτικού στρατού, καθώς κάτω από τις διαταγές του βρίσκονταν 280 τακτικοί στρατιώτες ενώ υπήρχαν επιπλέον και 60 άτακτοι ιππείς.   

Χάρτης Επιχειρήσεων του 1827


Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι μια τέτοια δύναμη που προσεγγίζει τους 2700 άνδρες (κατ΄ άλλους τους 4000 άνδρες) εξοπλισμό και κανόνια, απαιτεί χρόνο και χώρο για να περαιωθεί. 

Μέχρι σήμερα διατηρούνται τα ερωτήματα: 
α. Με ποια κριτήρια επιλέχθηκε το σημείο της απόβασης (θέση Γωνίαν) και 
β. Ποια είναι η ακριβή τοποθεσία της θέσης αυτής;


α. Κριτήρια επιλογής θέσεως Γωνίαν στο Ακροφάληρο.

Για να απαντήσουμε στην ερώτηση θα πρέπει να λάβουμε υπόψη το γεγονός, ότι οι Έλληνες ανέμεναν σφοδρή αντίσταση από την τουρκική φρουρά του λόφου της Καστέλλας ο οποίος στο παρελθόν όταν είχε οχυρωθεί είχε χαρακτηριστεί ως "Μικρό Γιβραλτάρ". Με βάση αυτό το κριτήριο επιλέχθηκε η τοποθεσία "Γωνίαν" που εξασφάλιζε προστασία συγκριτικά με άλλες παράλιες θέσεις απόβασης.

Οι Έλληνες πεπεισμένοι ότι θα δεχθούν καταιγισμό πυρών, επέλεξαν θέση τέτοια, ώστε οι απότομες πλαγιές και οι βραχώδεις ακτές να τους εξασφαλίσουν φυσικά εμπόδια κάλυψης και προστασίας. Εκτός αυτού ένα άλλο στοιχείο που επιβεβαιώνει την πεποίθηση της αντίστασης από τους Τούρκους ήταν ότι κατά τη διάρκεια της απόβασης, είχε οργανωθεί αντιπερισπασμός από το ελληνικό στρατόπεδο της Χασιάς από τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Δυστυχώς ο αντιπερισπασμός αυτός που έλαβε χώρα στο Καματερό, πληρώθηκε με αίμα, όπου ο Βούρβαχης δεχόμενος επίθεση από υπέρτερη τουρκική δύναμη κατέληξε νεκρός όπως και 300 ακόμα Έλληνες. 
  
Στην Καστέλλα μετά τη απόβαση, οι Έλληνες γρήγορα κατασκεύασαν κανονιοστάσια, ώστε να διασφαλίσουν τη θέση τους, γνωρίζοντας τη στρατηγική της θέση και την πίεση που σίγουρα που θα δέχονταν από τους Τούρκους. 

Πραγματικά ο Κιουταχής δεν άργησε να επιτεθεί, αφού στις 30 Ιανουαρίου 1827 με 1500 άνδρες επιτέθηκε στην Καστέλλα βρίσκοντας όμως τους Έλληνες οχυρωμένους τόσο καλά, ώστε να χάσει 300 άνδρες του σε μια μάχη που κράτησε πέντε ολόκληρες ώρες.


Οι Έλληνες στην Καστέλλα. Πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη



Ας επιστρέψουμε όμως να δούμε πώς καταγράφεται ιστορικά ο τρόπος απόβασης της ελληνικής δύναμης.

Ο Κωνσταντίνος Ράδος στο έργο του "Φρανκ Άμπνεϋ Άστιγξ, Έγγραφα και σημειώσεις περί του έργου αυτού εν Ελλάδι" σημειώνει ότι "η επί της Καστέλλας τουρκική φρουρά μικράν αντέταξεν αντίστασιν , διωχθείσα διά τινων οβίδων και επιθέσεως των πεζών, οίτινες επελήφθησαν ευθύς κατόπιν της κατασκευής χάρακος από άκρου εις άκρον της Καστέλλας...". Σύμφωνα με τον Ράδο λοιπόν υπήρξε τουρκική φρουρά που αντέταξε μικρή αντίσταση και που κατανικήθηκε λίαν ευκόλως.

Επίσης στο έργο του Δημητρίου Φωτιάδη "Ο Καραϊσκάκης" διαβάζουμε σχετικά "Διακόσιοι Τούρκοι που κράταγαν το μοναστήρι του Αη Σπυρίδωνα, τρέχουν στ΄ ακρογιάλι ν΄ αλικοντήσουν τους δικούς μας. Λαβώνονται μερικοί Έλληνες μα στα αναμεταξύ γυρίζουν οι δυό φελούκες φέροντας κι άλλους. Μπήγουν τις γκαρδιωτικές φωνές, ξεμπροστιάζουν τους Τουρκαλάδες και τους κυνηγάνε ίσαμε το μοναστήρι. Βγαίνουν στη στεριά κι όλοι οι άλλοι. Ανεβαίνουν με μιας στην Καστέλλα και δίχως στιγμή να χασομερήσουν σηκώνουν ολονυχτίς ταμπούρια...". Εδώ υπάρχει μια αναφορά διαφορετική. Ότι η τουρκική αντίσταση δεν προερχόταν από φρουρά που έδρευε στην Καστέλλα αλλά από Τούρκους που κρατούσαν το καστρομοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα οι οποίοι προσπάθησαν να εμποδίσουν την απόβαση.

Στο έργο "Ιστορία της Ελλάδος", (μεταφρασθείσα εκ του Γερμανικού υπό Αγγέλου Βλάχου, 1873), αναφέρεται το εξής: "άλλως δε ουδαμού απήντησεν εχθρόν τινα ο Άγγλος Στρατηγός και εν πάση σχολή ωχύρωσε τον έρημον της Μουνυχίας λόφον"! Η περιγραφή είναι σαφής αφού μιλά για τον έρημο της Μουνυχίας λόφο από τουρκική φρουρά.


Αλλά και ο Μ. Οικονόμου στο ίδιο πνεύμα γράφει "...ανενοχλήτως αποβιβασθέντες και την αυτήν νύκτα πορευθέντες κατέλαβον την άνω της Μουνυχίας Καστέλαν, την οποίαν περιταφρεύσαντες ετοποθέτησαν δεξιόθεν πέντε πυροβόλα" ("Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, 1873"). Επισημαίνουμε ιδιαίτερα το "ανενοχλήτως" που το συναντούμε επίσης και στο έργο "Ο Ελληνικός Αγών" (Τυπογραφείο Αντωνιάδου 1860) το οποίο μας πληροφορεί ότι "Υπό την οδηγίαν του φιλέλληνος Γόρδωνος μεθ' ικανής ναυτικής δυνάμεως και απέβησαν ανενοχλήτως εις Φάληρον". 


Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε πολλές ακόμα αναφορές, αλλά θα περιοριστούμε σε μια τελευταία που θεωρείται σημαντική καθώς πρόκειται για μια επιστολή που βρίσκεται στο έργο "Ελληνικά υπομνήματα" (ήτοι επιστολαί και διάφορα έγραφα αφορώντα την ελληνική επανάσταση από το 1821 έως το 1827 συλλεγέντα υπό του υποστρατήγου Ιωάννου Κολοκοτρώνη, αλλά εκδοθέντα υπό του Χ. Φιλαδελφέως, 1856). 
Πρόκειται για μια επιστολή του ίδιου του Άστιγξ που αναγράφει τα κάτωθι:

"Καρτερία Πειραιεύς, Ιανουαρίου 25, 1827
Κύριοι Λαμβάνω την ευκαιρία με την αναχώρησιν ενός καϊκίου δια την Αίγιναν, να σας ειδοποιήσω, ότι αποβιβάσαμεν τα στρατεύματα την τελευταία νύκτα εις τον Φαληρέα, τον οποίον έπιασαν χωρίς τινα αντιστάσεως..." 

Άρα με βάση τις παραπάνω αναφορές η απόβαση και η κατάληψη της Καστέλλας έγινε είτε άνευ τουρκικής αντίστασης είτε με περιορισμένης σε έκταση μάχη από Τούρκους που προσέτρεξαν από το Μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα.


Ως προς το δεύτερο σκέλος της ερωτήσεως, για το που βρίσκεται σήμερα η θέση "Γωνίαν" οφείλουμε να παραθέσουμε και τις δύο μέχρι στιγμής απόψεις που έχουν καταχωρηθεί από δύο σπουδαίους ιστορικούς διαφορετικών όμως τομέων μελέτης. 

Ο πρώτος είναι ο Κωνσταντίνος Ράδος ο δημιουργός ουσιαστικά το κλάδου της ναυτικής ιστορίας και Καθηγητής στη Ναυτική Σχολή Δοκίμων, ενώ ο δεύτερος είναι ο γνωστός ιστορικός του Πειραιά Ιάκωβος Δραγάτσης.

Ο μεν πρώτος ο Κωνσταντίνος Ράδος στη σελίδα 540 του Δελτίου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος, τόμος 7ος, (απόσπασμα του Φρανκ Άμπνεϋ Άστιγξ - Έγγραφα και σημειώσεις περί του έργου αυτού εν Ελλάδι- υπό του Κωνσταντίνου Ράδου) εξέφρασε την άποψη ότι η απόβαση στη θέση Γωνίαν έγινε περίπου εκεί που σήμερα βρίσκεται η Πλατεία Αλεξάνδρας (αμέσως μετά από αυτήν) περίπου στο ύψος του Σηραγγείου (Σπηλιά του Παρασκευά) καθώς έκρινε ότι εκεί υπήρχε παραλία ικανή να υποστηρίξει ως προς το μήκος μια απόβαση, αφού πάνω ακριβώς από τη σπηλιά ο απότομος γκρεμός που σχηματίζεται είναι τόσο κάθετος, που καθιστά ουσιαστικά αόρατη την παραλία από τη κορυφή του λόφου. 


Η άποψη αυτή δεν φαίνεται σωστή, καθώς ο Ράδος διενεργώντας ο ίδιος αυτοψίες στα παράλια της Καστέλλας κατέληξε στο συγκεκριμένο σημείο έχοντας ως μοναδικό γνώμονα την αποφυγή προσβολής των ελληνικών αποβατικών δυνάμεων από τη κορυφή του λόφου. 

 Ωστόσο ο Ράδος στην ίδια σελίδα παραθέτει και την άποψη του πλέον ειδικού (εντριβέστατου όπως αναφέρει) περί τα πειραϊκά Ιάκωβου Δραγάτση ο οποίος καταθέτει τη δική του άποψη στηριζόμενη σε προφορική μαρτυρία της εποχής του.    

Συγκεκριμένα ο Ιάκωβος Δραγάτσης αναφέρει ότι και επί των ημερών του δεν υπήρχε κάποιο σημείο της ακτής που να φέρει την ονομασία αυτή (δηλαδή Γωνίαν), καθώς είχε διαγραφεί και είχε λησμονηθεί. 

Όμως ένας γηραιός ντόπιος του υπέδειξε το μέρος της αποβάσεως το οποίο ήταν ακριβώς μια προεξοχή προς τη θάλασσα, που σχημάτιζε μια μικρή χερσόνησο πάνω στην οποία κτίσθηκε η Έπαυλις Ζαχαρίου, η οποία τότε σχημάτιζε μια γωνία με την παραλία που ακολουθούσε. 

Και πράγματι όπως διαπίστωσε και ο Δραγάτσης επί των ημερών του, το σημείο που του υπέδειξε ο γηραιός κύριος ήταν η μόνη κατάλληλη θέση προς απόβαση και αιφνιδιαστική κατάληψη της Καστέλλας. Η θέση που περιγράφει ο Δραγάτσης προσδιορίζεται μόνο λίγα βήματα μετά την άκρη που ήταν κτισμένη η οικία Μακά με κατεύθυνση προς το Φάληρο. 

Η Οικία Μακκά που περιγράφει ο Δραγάτσης, στην Καστέλλα το 1910

Ο Δραγάτσης διευκρινίζει, ότι η θέση στο Σηράγγιο στις μέρες μας φαίνεται να είναι προσιτή, δηλαδή να σχηματίζει παραλία, αλλά τα παλαιότερα χρόνια δεν ήταν. 


Απόσπασμα σελίδας του Δελτίου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος, τόμος 7ος, (Φρανκ Άμπνεϋ Άστιγξ - Έγγραφα και σημειώσεις περί του έργου αυτού εν Ελλάδι- υπό του Κωνσταντίνου Ράδου) όπου περιγράφει ο Δραγάτσης την άποψή του για τη θέση "Γωναίαν"
  
Σημαντική πληροφορία ωστόσο μας παρέχει περί αυτού ο Χρήστος Βυζάντιος στο έργο του "Ιστορία των κατά την Ελληνική Επανάστασιν, εκστρατειών και μαχών, 1874, που γράφει ότι η θέση που οι Έλληνες κατέλαβαν "σχηματίζουσα έν ακρωτήριον περιβρέχεται το πλείστον μέρος αυτής εκ της θαλάσσης, το εκ της ξηράς υπόλοιπον μέρος, ο ακάματος και φύσει δραστήριος Ιωάννης Μακρυγιάννης μετά των υπ΄ αυτόν Αθηναίων εν τη αυτή νυκτί περιετάφρωσε και ωχύρωσε". 
Και σημειώνει ότι ο Μακρυγιάννης με τη δύναμή του έμεινε στο δεξί μέρος του λόφου (προς το Φάληρο), ο Δ. Καλλέργης στο αριστερό (προς τον Πειραιά), ενώ ο Ι. Νοταράς και το τακτικό σώμα στρατού έμειναν εις το μέσο. Συνεπώς αν δεχθούμε ότι ο Μακρυγιάννης έμεινε στο σημείο που κατέλαβε αμέσως μετά την απόβαση, δηλαδή στο δεξιό μέρος του λόφου προς το Φάληρο, τότε η απόβαση πραγματοποιήθηκε οπωσδήποτε στη δεξιά πλευρά του όρμου της Μουνυχίας (δεξιά δηλαδή του λιμένος του σημερινού Μικρολίμανου). 



Όμως πέρα της προφορικής μαρτυρίας που απέσπασε στην εποχή του ο Δραγάτσης για το σημείο "Γωνίαν" διασώζεται ως αναφορά τουλάχιστον σε συμβολαιογραφικές πράξεις έστω και με παραλλαγή "Θέση Γωναίαν", "Γωνίαν", "Γκοναίαν" "Gkonea" κ.ο.κ., ενώ στο ίδιο ύψος με την παραλία και αρκετά μακριά από αυτήν (ακόμα και πριν την επιχωμάτωσή της) υφίσταται ο όρος θέση "Γούβα Γκωνέα" που εκτός από τα συμβόλαια ιδιοκτησιών διατηρείται σε χρήση από αρκετούς κατοίκους της περιοχής.

Η επιχωμάτωση της παραλίας έχει μεταβάλλει το σημερινό τοπίο. Είναι όμως εύκολο να καταλάβει κάποιος ότι η απόβαση εάν δεχθούμε τα παραπάνω και κύρια την άποψη του Ιάκωβου Δραγάτση, ότι έλαβε χώρα από τις σημερινές εγκαταστάσεις του Ναυτικού Αθλητικού Συνδέσμου (Ν.Α.Σ.) και μετά στη μικρή παραλία που σχηματιζόταν εκεί πλησίον της Έπαυλης Ζαχαρίου. Όλη η σημερινή πλευρά του δρόμου από το ημιτελές τσιμεντοκατασκεύασμα που πήρε τη θέση της Έπαυλης του Αλεξάνδρου Ζαχαρίου έως τη γωνία που σχηματίζει η οδός Δυοβουνιώτη στη σημερινή Ακτή Δηλαβέρη πιθανότατα είναι η παραλία στην οποία οι Έλληνες επιχείρησαν και επέτυχαν την απόβαση και εν συνεχεία την κατάληψη του λόφου της Καστέλλας.