ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΠΕΙΡΑΪΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - 1930 - (ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ)

"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Περί της απόβασης των Ελλήνων στη θέση Γωνίαν (1827)

Πίνακας του Βολανάκη που απεικονίζει την απόβαση των Ελλήνων στο Φάληρο.

Του Στέφανου Μίλεση

Στις τέσσερις η ώρα τα ξημερώματα της 24ης Ιανουαρίου 1827 ο Άστιγξ (Frank Abney Hastings) με το ατμόπλοιο "Καρτερία" και τη μοίρα του, αποτελούμενη από δεκαπέντε συνολικά πλοία, μαζί με πολλές λέμβους που μετέφεραν ελληνικό στράτευμα προς απόβαση στην Αττική γη, αναχώρησε από τα Αμπελάκια της Σαλαμίνας με προορισμό τα Φαληρικά ύδατα. Σκοπός της επιχείρησης ήταν η δημιουργία ελληνικού προγεφυρώματος ώστε να επιτευχθεί στη συνέχεια η μεταφορά μεγαλύτερης ελληνικής δύναμης στην Αττική γη που θα επιτύγχανε τη λύση της πολιορκίας των Ελλήνων που ήταν οχυρωμένοι στην Ακρόπολη.

Ο φιλέλληνας Σκωτσέζος Θωμάς Γκόρντον (Thomas Gordon) πραγματικά αποβίβασε το στράτευμα στην ακτή, στην θέση την καλουμένη Γωνίαν (Γωναίαν) στην Καστέλλα. 

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι εάν οι Τούρκοι έβαλαν από τα υψώματα της Καστέλλας θα μπορούσαν να ανακόψουν την επιχείρηση. Για αυτό και το σημείο απόβασης, η "Γωνιάν", που αποτέλεσε προσωπική επιλογή του Γκόρντον, καθίστατο "αόρατη", καθώς υπερυψωνόταν πάνω από την παραλία ένας απότομος γκρεμός στην ρίζα του οποίου όταν θα βρίσκονταν οι Έλληνες, δεν θα ήταν εκτεθειμένοι στις βολές των Τούρκων που πιθανόν να τους έβαλαν από την κορυφή του λόφου της Καστέλλας. 


Η δύναμη που αποβιβάστηκε στη θέση "Γωνίαν" δεν ήταν μικρή ώστε να περάσει απαρατήρητη, καθώς απαρτιζόταν από εικοσιπέντε φιλέλληνες Αξιωματικούς μεταξύ των των οποίων ήταν και ο Έϋδεκ, αλλά και από πολλούς οπλαρχηγούς με τους άνδρες τους. Ο Μακρυγιάννης αποβιβάσθηκε με τους  550 άνδρες του, ο Ιωάννης Νοταράς με 1.500, όπως και ο Δημήτρης Καλλέργης με τους Κρήτες του, Ιωάννης Πέτας και ο Χαράλαμπος Ιγγλέσης. Μάλιστα ο τελευταίος ηγείτο ως αξιωματικός τακτικού στρατού, καθώς κάτω από τις διαταγές του βρίσκονταν 280 τακτικοί στρατιώτες ενώ υπήρχαν επιπλέον και 60 άτακτοι ιππείς.   

Χάρτης Επιχειρήσεων του 1827


Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι μια τέτοια δύναμη που προσεγγίζει τους 2700 άνδρες (κατ΄ άλλους τους 4000 άνδρες) εξοπλισμό και κανόνια, απαιτεί χρόνο και χώρο για να περαιωθεί. 

Μέχρι σήμερα διατηρούνται τα ερωτήματα: 
α. Με ποια κριτήρια επιλέχθηκε το σημείο της απόβασης (θέση Γωνίαν) και 
β. Ποια είναι η ακριβή τοποθεσία της θέσης αυτής;


α. Κριτήρια επιλογής θέσεως Γωνίαν στο Ακροφάληρο.

Για να απαντήσουμε στην ερώτηση θα πρέπει να λάβουμε υπόψη το γεγονός, ότι οι Έλληνες ανέμεναν σφοδρή αντίσταση από την τουρκική φρουρά του λόφου της Καστέλλας ο οποίος στο παρελθόν όταν είχε οχυρωθεί είχε χαρακτηριστεί ως "Μικρό Γιβραλτάρ". Με βάση αυτό το κριτήριο επιλέχθηκε η τοποθεσία "Γωνίαν" που εξασφάλιζε προστασία συγκριτικά με άλλες παράλιες θέσεις απόβασης.

Οι Έλληνες πεπεισμένοι ότι θα δεχθούν καταιγισμό πυρών, επέλεξαν θέση τέτοια, ώστε οι απότομες πλαγιές και οι βραχώδεις ακτές να τους εξασφαλίσουν φυσικά εμπόδια κάλυψης και προστασίας. Εκτός αυτού ένα άλλο στοιχείο που επιβεβαιώνει την πεποίθηση της αντίστασης από τους Τούρκους ήταν ότι κατά τη διάρκεια της απόβασης, είχε οργανωθεί αντιπερισπασμός από το ελληνικό στρατόπεδο της Χασιάς από τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Δυστυχώς ο αντιπερισπασμός αυτός που έλαβε χώρα στο Καματερό, πληρώθηκε με αίμα, όπου ο Βούρβαχης δεχόμενος επίθεση από υπέρτερη τουρκική δύναμη κατέληξε νεκρός όπως και 300 ακόμα Έλληνες. 
  
Στην Καστέλλα μετά τη απόβαση, οι Έλληνες γρήγορα κατασκεύασαν κανονιοστάσια, ώστε να διασφαλίσουν τη θέση τους, γνωρίζοντας τη στρατηγική της θέση και την πίεση που σίγουρα που θα δέχονταν από τους Τούρκους. 

Πραγματικά ο Κιουταχής δεν άργησε να επιτεθεί, αφού στις 30 Ιανουαρίου 1827 με 1500 άνδρες επιτέθηκε στην Καστέλλα βρίσκοντας όμως τους Έλληνες οχυρωμένους τόσο καλά, ώστε να χάσει 300 άνδρες του σε μια μάχη που κράτησε πέντε ολόκληρες ώρες.


Οι Έλληνες στην Καστέλλα. Πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη



Ας επιστρέψουμε όμως να δούμε πώς καταγράφεται ιστορικά ο τρόπος απόβασης της ελληνικής δύναμης.

Ο Κωνσταντίνος Ράδος στο έργο του "Φρανκ Άμπνεϋ Άστιγξ, Έγγραφα και σημειώσεις περί του έργου αυτού εν Ελλάδι" σημειώνει ότι "η επί της Καστέλλας τουρκική φρουρά μικράν αντέταξεν αντίστασιν , διωχθείσα διά τινων οβίδων και επιθέσεως των πεζών, οίτινες επελήφθησαν ευθύς κατόπιν της κατασκευής χάρακος από άκρου εις άκρον της Καστέλλας...". Σύμφωνα με τον Ράδο λοιπόν υπήρξε τουρκική φρουρά που αντέταξε μικρή αντίσταση και που κατανικήθηκε λίαν ευκόλως.

Επίσης στο έργο του Δημητρίου Φωτιάδη "Ο Καραϊσκάκης" διαβάζουμε σχετικά "Διακόσιοι Τούρκοι που κράταγαν το μοναστήρι του Αη Σπυρίδωνα, τρέχουν στ΄ ακρογιάλι ν΄ αλικοντήσουν τους δικούς μας. Λαβώνονται μερικοί Έλληνες μα στα αναμεταξύ γυρίζουν οι δυό φελούκες φέροντας κι άλλους. Μπήγουν τις γκαρδιωτικές φωνές, ξεμπροστιάζουν τους Τουρκαλάδες και τους κυνηγάνε ίσαμε το μοναστήρι. Βγαίνουν στη στεριά κι όλοι οι άλλοι. Ανεβαίνουν με μιας στην Καστέλλα και δίχως στιγμή να χασομερήσουν σηκώνουν ολονυχτίς ταμπούρια...". Εδώ υπάρχει μια αναφορά διαφορετική. Ότι η τουρκική αντίσταση δεν προερχόταν από φρουρά που έδρευε στην Καστέλλα αλλά από Τούρκους που κρατούσαν το καστρομοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα οι οποίοι προσπάθησαν να εμποδίσουν την απόβαση.

Στο έργο "Ιστορία της Ελλάδος", (μεταφρασθείσα εκ του Γερμανικού υπό Αγγέλου Βλάχου, 1873), αναφέρεται το εξής: "άλλως δε ουδαμού απήντησεν εχθρόν τινα ο Άγγλος Στρατηγός και εν πάση σχολή ωχύρωσε τον έρημον της Μουνυχίας λόφον"! Η περιγραφή είναι σαφής αφού μιλά για τον έρημο της Μουνυχίας λόφο από τουρκική φρουρά.


Αλλά και ο Μ. Οικονόμου στο ίδιο πνεύμα γράφει "...ανενοχλήτως αποβιβασθέντες και την αυτήν νύκτα πορευθέντες κατέλαβον την άνω της Μουνυχίας Καστέλαν, την οποίαν περιταφρεύσαντες ετοποθέτησαν δεξιόθεν πέντε πυροβόλα" ("Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, 1873"). Επισημαίνουμε ιδιαίτερα το "ανενοχλήτως" που το συναντούμε επίσης και στο έργο "Ο Ελληνικός Αγών" (Τυπογραφείο Αντωνιάδου 1860) το οποίο μας πληροφορεί ότι "Υπό την οδηγίαν του φιλέλληνος Γόρδωνος μεθ' ικανής ναυτικής δυνάμεως και απέβησαν ανενοχλήτως εις Φάληρον". 


Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε πολλές ακόμα αναφορές, αλλά θα περιοριστούμε σε μια τελευταία που θεωρείται σημαντική καθώς πρόκειται για μια επιστολή που βρίσκεται στο έργο "Ελληνικά υπομνήματα" (ήτοι επιστολαί και διάφορα έγραφα αφορώντα την ελληνική επανάσταση από το 1821 έως το 1827 συλλεγέντα υπό του υποστρατήγου Ιωάννου Κολοκοτρώνη, αλλά εκδοθέντα υπό του Χ. Φιλαδελφέως, 1856). 
Πρόκειται για μια επιστολή του ίδιου του Άστιγξ που αναγράφει τα κάτωθι:

"Καρτερία Πειραιεύς, Ιανουαρίου 25, 1827
Κύριοι Λαμβάνω την ευκαιρία με την αναχώρησιν ενός καϊκίου δια την Αίγιναν, να σας ειδοποιήσω, ότι αποβιβάσαμεν τα στρατεύματα την τελευταία νύκτα εις τον Φαληρέα, τον οποίον έπιασαν χωρίς τινα αντιστάσεως..." 

Άρα με βάση τις παραπάνω αναφορές η απόβαση και η κατάληψη της Καστέλλας έγινε είτε άνευ τουρκικής αντίστασης είτε με περιορισμένης σε έκταση μάχη από Τούρκους που προσέτρεξαν από το Μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα.


Ως προς το δεύτερο σκέλος της ερωτήσεως, για το που βρίσκεται σήμερα η θέση "Γωνίαν" οφείλουμε να παραθέσουμε και τις δύο μέχρι στιγμής απόψεις που έχουν καταχωρηθεί από δύο σπουδαίους ιστορικούς διαφορετικών όμως τομέων μελέτης. 

Ο πρώτος είναι ο Κωνσταντίνος Ράδος ο δημιουργός ουσιαστικά το κλάδου της ναυτικής ιστορίας και Καθηγητής στη Ναυτική Σχολή Δοκίμων, ενώ ο δεύτερος είναι ο γνωστός ιστορικός του Πειραιά Ιάκωβος Δραγάτσης.

Ο μεν πρώτος ο Κωνσταντίνος Ράδος στη σελίδα 540 του Δελτίου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος, τόμος 7ος, (απόσπασμα του Φρανκ Άμπνεϋ Άστιγξ - Έγγραφα και σημειώσεις περί του έργου αυτού εν Ελλάδι- υπό του Κωνσταντίνου Ράδου) εξέφρασε την άποψη ότι η απόβαση στη θέση Γωνίαν έγινε περίπου εκεί που σήμερα βρίσκεται η Πλατεία Αλεξάνδρας (αμέσως μετά από αυτήν) περίπου στο ύψος του Σηραγγείου (Σπηλιά του Παρασκευά) καθώς έκρινε ότι εκεί υπήρχε παραλία ικανή να υποστηρίξει ως προς το μήκος μια απόβαση, αφού πάνω ακριβώς από τη σπηλιά ο απότομος γκρεμός που σχηματίζεται είναι τόσο κάθετος, που καθιστά ουσιαστικά αόρατη την παραλία από τη κορυφή του λόφου. 


Η άποψη αυτή δεν φαίνεται σωστή, καθώς ο Ράδος διενεργώντας ο ίδιος αυτοψίες στα παράλια της Καστέλλας κατέληξε στο συγκεκριμένο σημείο έχοντας ως μοναδικό γνώμονα την αποφυγή προσβολής των ελληνικών αποβατικών δυνάμεων από τη κορυφή του λόφου. 

 Ωστόσο ο Ράδος στην ίδια σελίδα παραθέτει και την άποψη του πλέον ειδικού (εντριβέστατου όπως αναφέρει) περί τα πειραϊκά Ιάκωβου Δραγάτση ο οποίος καταθέτει τη δική του άποψη στηριζόμενη σε προφορική μαρτυρία της εποχής του.    

Συγκεκριμένα ο Ιάκωβος Δραγάτσης αναφέρει ότι και επί των ημερών του δεν υπήρχε κάποιο σημείο της ακτής που να φέρει την ονομασία αυτή (δηλαδή Γωνίαν), καθώς είχε διαγραφεί και είχε λησμονηθεί. 

Όμως ένας γηραιός ντόπιος του υπέδειξε το μέρος της αποβάσεως το οποίο ήταν ακριβώς μια προεξοχή προς τη θάλασσα, που σχημάτιζε μια μικρή χερσόνησο πάνω στην οποία κτίσθηκε η Έπαυλις Ζαχαρίου, η οποία τότε σχημάτιζε μια γωνία με την παραλία που ακολουθούσε. 

Και πράγματι όπως διαπίστωσε και ο Δραγάτσης επί των ημερών του, το σημείο που του υπέδειξε ο γηραιός κύριος ήταν η μόνη κατάλληλη θέση προς απόβαση και αιφνιδιαστική κατάληψη της Καστέλλας. Η θέση που περιγράφει ο Δραγάτσης προσδιορίζεται μόνο λίγα βήματα μετά την άκρη που ήταν κτισμένη η οικία Μακά με κατεύθυνση προς το Φάληρο. 

Η Οικία Μακκά που περιγράφει ο Δραγάτσης, στην Καστέλλα το 1910

Ο Δραγάτσης διευκρινίζει, ότι η θέση στο Σηράγγιο στις μέρες μας φαίνεται να είναι προσιτή, δηλαδή να σχηματίζει παραλία, αλλά τα παλαιότερα χρόνια δεν ήταν. 


Απόσπασμα σελίδας του Δελτίου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος, τόμος 7ος, (Φρανκ Άμπνεϋ Άστιγξ - Έγγραφα και σημειώσεις περί του έργου αυτού εν Ελλάδι- υπό του Κωνσταντίνου Ράδου) όπου περιγράφει ο Δραγάτσης την άποψή του για τη θέση "Γωναίαν"
  
Σημαντική πληροφορία ωστόσο μας παρέχει περί αυτού ο Χρήστος Βυζάντιος στο έργο του "Ιστορία των κατά την Ελληνική Επανάστασιν, εκστρατειών και μαχών, 1874, που γράφει ότι η θέση που οι Έλληνες κατέλαβαν "σχηματίζουσα έν ακρωτήριον περιβρέχεται το πλείστον μέρος αυτής εκ της θαλάσσης, το εκ της ξηράς υπόλοιπον μέρος, ο ακάματος και φύσει δραστήριος Ιωάννης Μακρυγιάννης μετά των υπ΄ αυτόν Αθηναίων εν τη αυτή νυκτί περιετάφρωσε και ωχύρωσε". 
Και σημειώνει ότι ο Μακρυγιάννης με τη δύναμή του έμεινε στο δεξί μέρος του λόφου (προς το Φάληρο), ο Δ. Καλλέργης στο αριστερό (προς τον Πειραιά), ενώ ο Ι. Νοταράς και το τακτικό σώμα στρατού έμειναν εις το μέσο. Συνεπώς αν δεχθούμε ότι ο Μακρυγιάννης έμεινε στο σημείο που κατέλαβε αμέσως μετά την απόβαση, δηλαδή στο δεξιό μέρος του λόφου προς το Φάληρο, τότε η απόβαση πραγματοποιήθηκε οπωσδήποτε στη δεξιά πλευρά του όρμου της Μουνυχίας (δεξιά δηλαδή του λιμένος του σημερινού Μικρολίμανου). 



Όμως πέρα της προφορικής μαρτυρίας που απέσπασε στην εποχή του ο Δραγάτσης για το σημείο "Γωνίαν" διασώζεται ως αναφορά τουλάχιστον σε συμβολαιογραφικές πράξεις έστω και με παραλλαγή "Θέση Γωναίαν", "Γωνίαν", "Γκοναίαν" "Gkonea" κ.ο.κ., ενώ στο ίδιο ύψος με την παραλία και αρκετά μακριά από αυτήν (ακόμα και πριν την επιχωμάτωσή της) υφίσταται ο όρος θέση "Γούβα Γκωνέα" που εκτός από τα συμβόλαια ιδιοκτησιών διατηρείται σε χρήση από αρκετούς κατοίκους της περιοχής.

Η επιχωμάτωση της παραλίας έχει μεταβάλλει το σημερινό τοπίο. Είναι όμως εύκολο να καταλάβει κάποιος ότι η απόβαση εάν δεχθούμε τα παραπάνω και κύρια την άποψη του Ιάκωβου Δραγάτση, ότι έλαβε χώρα από τις σημερινές εγκαταστάσεις του Ναυτικού Αθλητικού Συνδέσμου (Ν.Α.Σ.) και μετά στη μικρή παραλία που σχηματιζόταν εκεί πλησίον της Έπαυλης Ζαχαρίου. Όλη η σημερινή πλευρά του δρόμου από το ημιτελές τσιμεντοκατασκεύασμα που πήρε τη θέση της Έπαυλης του Αλεξάνδρου Ζαχαρίου έως τη γωνία που σχηματίζει η οδός Δυοβουνιώτη στη σημερινή Ακτή Δηλαβέρη πιθανότατα είναι η παραλία στην οποία οι Έλληνες επιχείρησαν και επέτυχαν την απόβαση και εν συνεχεία την κατάληψη του λόφου της Καστέλλας.  




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου