"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Η οδός Σωτήρος Διός και Σωτείρας Αθηνάς


Του Στέφανου Μίλεση

Ο πλέον εμπορικός δρόμος στον Πειραιά, που αρχίζει από μια εκκλησία και τελειώνει ξανά σε μια άλλη, ενώ ενδιάμεσα παραλίγο να αποκτήσει κατά μήκος και μια τρίτη! 

Πρόκειται για την οδό Σωτήρος Διός που έχει ως αφετηρία την Ακτή Μιαούλη δίπλα ακριβώς από το ναό του πολιούχου Αγίου της πόλης, του Αγίου Σπυρίδωνα, και φτάνει μέχρι ψηλά πάνω στο λόφο της Καστέλλας τελειώνοντας στην οδό Θρασύβουλου δίπλα ακριβώς από την Πλατεία Σταυρού όπου βρίσκεται η εκκλησία του Τίμιου Σταυρού

Πρωτεύουσα πόλη της ναυτιλίας από την αρχαιότητα ήδη ο Πειραιάς ήταν γεμάτος από ναυτικούς όχι μόνο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, αλλά και από όλα τα τότε γνωστά μέρη του κόσμου. Τα ταξίδια την εποχή εκείνη, καθώς έκρυβαν πολλούς κινδύνους, περισσότερους βεβαίως από τα σημερινά, αποτελούσαν τη δεύτερη και σημαντικότερη αιτία θανάτου μετά τον πόλεμο.

Οι αρχαίοι ναυτικοί αντιμετωπίζοντας συχνά κάποιο θανάσιμο κίνδυνο ύστερα από ένα θαλασσινό ταξίδι, προσέφεραν σπονδές και αφιερώματα (τάματα) ευχαριστώντας για τη σωτηρία τους. Οι προσφορές αυτές είχαν ως αποδέκτες τα χάλκινα αγάλματα του Δία και της Αθηνάς που βρίσκονταν εντός ιερού δίπλα ακριβώς στο πειραϊκό λιμάνι. Επρόκειτο για το περίφημο ιερό στην αρχαιότητα του Διός Σωτήρος και της Αθηνάς Σωτείρας.  

Το ιερό εντός του οποίου στεγάζονταν τα δύο αυτά χάλκινα αγάλματα βρισκόταν εκεί που μεταγενέστερα διαμορφώθηκε ο Τινάνειος Κήπος

Αιώνες αργότερα (το 1959 μ.Χ.) ένα από τα δύο χάλκινα αγάλματα, αυτό της Αθηνάς Σωτείρας εικάζεται ότι είναι αυτό που βρέθηκε θαμμένο στη συμβολή των οδών Γεωργίου Α' και Φίλωνος (ο Θησαυρός του Πειραιά), που εκτίθεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά.


Στην αρχαιότητα λοιπόν το ιερό του Σωτήρος Διός και της Σωτείρας Αθηνάς βρίσκονταν στο κέντρο περίπου του μεγάλο εμπορικού λιμένα, ώστε η προσέγγιση από το ναυτικό κόσμο του λιμανιού να είναι εύκολη. 

Η πλησιέστερη οδός που έχει ως αφετηρία τον Τινάνειο Κήπο (κατά συνέπεια το ιερό του Σωτήρος Διός και της Σωτείρας Αθηνάς) είναι αυτή που σήμερα εμείς καλούμε για συντομία Σωτήρος Διός παραλείποντας το εξίσου σημαντικό "και Σωτείρας Αθηνάς". Ωστόσο τα παλαιότερα χρόνια η οδός αναφερόταν και ως "οδός Σωτείρας" όπως βλέπουμε και στην παρακάτω διαφήμιση της Εμπορικής Σχολής Πειραιώς.

1908 - Οδός Σωτείρας 18


Βεβαίως ο δρόμος αυτός ονομάστηκε Σωτήρος Διός στις 6 Ιουλίου 1881 όταν Δήμαρχος Πειραιώς ήταν ο Τρύφωνας Μουτζόπουλος

Η ονομασία Σωτήρος Διός και Σωτείρας Αθηνάς βρισκόταν σε χρήση για πολλά χρόνια, μέχρι δυστυχώς που οι πολιτικές διαμάχες και ο αγώνας για πολιτική επικράτηση με κάθε τρόπο και μέσο, επιβλήθηκε στην Ελλάδα έναντι οποιασδήποτε άλλης πολιτιστικής, ηθικής, ιστορικής αξίας. Και έτσι τόσο τα τάματα των αρχαίων ναυτικών όσο και οι προστάτες τους ξεχάστηκαν και η μέχρι τότε ιστορική οδός "Σωτήρος Διός" μετονομάστηκε το 1917 σε οδός Εμμανουήλ Ρέπουλη προς τιμή του πολιτικού και υπουργού των Εσωτερικών του Ελευθερίου Βενιζέλου. 

Ο Δεκέμβριος του 1917 έφευγε κλείνοντας μαζί του μια τελειωτική νίκη υπέρ του Βενιζέλου και των Συμμάχων, με την βοήθεια των οποίων ο Βασιλιάς και οι υποστηρικτές του εξορίστηκαν. 

Η περίοδος του Εθνικού Διχασμού όπως ονομάστηκε βρήκε τη χώρα διαιρεμένη στο λεγόμενο Κράτος των Αθηνών και στο Κράτος της Θεσσαλονίκης, ενώ περιλάμβανε αποβάσεις ξένων δυνάμεων, καταλήψεις, οδομαχίες και βομβαρδισμούς. Φυσικό ήταν και οι ονομασίες των οδών και των Πλατειών να μεταβάλλονταν ανάλογα με το ποια παράταξη επικρατούσε. 

Τα δύσκολα εκείνα χρόνια τις περιόδους που επικρατούσαν οι Βασιλικοί η οδός Βενιζέλου άλλαζε όνομα σε οδό Επιστράτων όπως και η Πλατεία Δεξαμενής (Πηγάδας) σε Πλατεία Επιστράτων

Όταν λοιπόν υπήρξε η τελική επικράτηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και των Φιλελευθέρων, ήταν αναμενόμενες ανάλογες μετονομασίες. Ο Εμμανουήλ Ρέπουλης την περίοδο εκείνη ήταν υπουργός του Ελ. Βενιζέλου, ήταν εκείνος που προλόγισε την πρώτη ομιλία του Βενιζέλου στον Πειραιά που δόθηκε από το μπαλκόνι του παλαιού Δημαρχείου. 

Σε εκείνη την ομιλία ο Ρέπουλης γνωρίζοντας το υπέρογκο χρέος που είχε ο Δήμος προς το Δημόσιο, ανακοίνωσε την απαλλαγή των τριών τετάρτων του χρέους, έχοντας στο πλευρό του τον Δήμαρχο Αναστάσιο Παναγιωτόπουλο. Ο Δήμος Πειραιά απαλλάχθηκε τότε από ένα χρέος που αντιστοιχούσε στο ποσό των δύο εκατομμυρίων δραχμών.  

Ο Ρέπουλης (Υπουργός του Βενιζέλου) τον προλογίζει πριν ο Βενιζέλος εμφανιστεί στο μπαλκόνι του Δημαρχείου και μιλήσει στους οπαδούς του. Ο Ρέπουλης γνωρίζοντας το υπέρογκο χρέος που είχε ο Δήμος Πειραιά στα ταμεία του Δημοσίου ανακοινώνει την απαλλαγή των τριών τετάρτων του χρέους (μην ξεχνάμε ότι Δήμαρχος του Πειραιά ήταν ο Αναστάσιος Παναγιωτόπουλος ο οποίος ήταν Βενιζελικός και στέκεται δίπλα στον Εμμανουήλ Ρέπουλη στο μπαλκόνι, ο μοναδικός που φέρει ημίψηλο καπέλο). Ο πειραϊκός βενιζελικός κόσμος τον αποθεώνει και μετονομάζει προς τιμή του δρόμο Ρέπουλη. Είναι η σημερινή Σωτήρος Διός, ο πιο εμπορικός δρόμος του Πειραιά. Πίσω το μέγαρο Σπυράκη και αριστερά αυτού διακρίνεται η πίσω πλευρά του Δημοτικού θεάτρου.
      
Ο Αν. Παναγιωτόπουλος τιμώντας έτσι τον ευεργέτη του Πειραιά μετονόμασε τον κεντρικό δρόμο Σωτήρος Διός σε Εμμανουήλ Ρέπουλη. 

Όμως και η οδός Ρέπουλη δεν κράτησε, αφού άλλος μεταπολεμικός "Σωτήρας" εμφανίστηκε να τιμηθεί αυτή τη φορά στον Πειραιά. Επρόκειτο για τον Καναδό Πρωθυπουργό Μακένζι Κινγκ. Έτσι η οδός Ρέπουλη (το τμήμα της από τη σημερινή Λεωφόρο Γρηγορίου Λαμπράκη μέχρι την Ακτή Μιαούλη), μετονομάσθηκε σε οδό Μακένζι Κινγκ το 1947, ονομασία που διατηρήθηκε μέχρι που Δήμαρχος Πειραιά Παύλος Ντεντιδάκης επανέφερε την αρχική ονομασία της οδού σε Σωτήρος Διός σε όλο το μήκος της. 

Τα τοπόσημα της οδού Σωτήρος Διός

Στην καρδιά περίπου της οδού Σωτήρος Διός, δηλαδή στο ύψος αυτής με την Πλατεία Κοραή, ξεχωρίζουν τρία κτήρια πραγματικά τοπόσημα. Το Μέγαρο του Πειραϊκού Συνδέσμου, το "νέο" κτήριο της Ιωνιδείου και τέλος το Μέγαρο Κανέττη 

Ο θεμέλιος λίθος του μεγάρου του Πειραϊκού Συνδέσμου τέθηκε στις 24 Μαΐου 1930 στις 11.00' η ώρα το πρωί από τον τότε Πρόεδρο του Συνδέσμου Δ. Ρεδιάδη, ενώ για να επιτευχθεί η οικοδόμησή του συνάφθηκε δάνειο ύψους 1,5 εκατομμυρίων δραχμών με τους αδελφούς Μίχαλου να προσφέρουν επιπλέον αυτού το ποσό των 250 χιλιάδων δραχμών.  
   



Δίπλα στο Μέγαρο του Πειραϊκού Συνδέσμου βρίσκεται το κτήριο του Α' Γυμνασίου Αρρένων Πειραιώς (μετέπειτα Ιωνιδείου). 
Το νέο κτήριο της Ιωνιδείου ολοκληρώθηκε στις 6 Νοεμβρίου 1938 ημέρα που τέλεσε λαμπρή τελετή εγκαινίων. Στο οικοδόμημα αυτό προβλεπόταν η λειτουργία 17 αιθουσών διδασκαλίας, εργαστήριο φυσικής και χημείας, αίθουσα τελετών, γραφεία καθηγητικού προσωπικού, ενώ στο υπόστεγο βάσει των σχεδίων κατασκευής του προβλεπόταν να λειτουργήσει σκοπευτήριο! 

Το γυμναστήριο προβλεπόταν στην ταράτσα του κτηρίου. Το κτήριο αυτό οφείλει την ύπαρξή του σε μεγάλο βαθμό στον αγώνα που έκανε ο Πρόεδρος της Σχολικής Εφορείας του Α' Γυμνασίου Αρρένων Πειραιώς, ο ιατρός Μητσόπουλος στον οποίο επίσης οφείλεται και το λαμπρό οικοδόμημα της Λέσχης του Ηπειρωτικού Συνδέσμου  στο οποίο επίσης προέδρευε. Με τα εισοδήματα που θα επέφεραν οι χώροι προς ενοικίαση στο ισόγειο του κτηρίου, θα ήταν δυνατόν να εξοφληθούν τα δάνεια που συνήφθηκαν για την οικοδόμησή του.      

1937 το νέο κτήριο της Ιωνιδείου βρίσκεται υπό κατασκευή

Στις 6 Νοεμβρίου 1938 τελούνται τα εγκαίνια του νέου κτηρίου της Ιωνιδείου Σχολής

 
Η Ιωνίδειος σήμερα
Λίγο πιο πάνω και αφού περάσουμε τη σημερινή Ηρώων Πολυτεχνείου συναντούμε το τρίτο κτήριο που είναι πραγματικό κόσμημα στην οδό Σωτήρος Διός. Κτήριο που ταύτισε το όνομά του με τον επιχειρηματία 
Ηλία Κανέττη. Δέσποζε την εποχή που η οδός καλείτο Εμμ. Ρέπουλη και είναι το γνωστό κτήριο με τρούλο, το μοναδικό αυτού του είδους που υπάρχει στον Πειραιά, γνωστό ως "Μέγαρο Κανέττη".






Ο Ηλίας Κανέττης πρωτοποριακός επιχειρηματίας στην εποχή του ανέγραφε σε πινακίδα εντός του κτηρίου που στέγαζε την επιχείρηση υφασμάτων του τα εξής:  
"Δεν θέλουμε να έχουμε κανέναν αγοραστή δυσαρεστημένο, όχι μόνο στον Πειραιά όπου ευρισκόμεθα, αλλά και σε κανένα μέρος της Ελλάδας"


Το Μέγαρο Κανέττη το 1931

Το Μέγαρο Κανέττη το 2016

Ο Ηλίας Κανέττης ήταν ένας πανέξυπνος έμπορος καταστήματος ανδρικής ένδυσης (κοστούμια, παντελόνια, πουκάμισα) με εξειδίκευση όμως στα ανδρικά παλτά όλων των τύπων. Παλτά διπλόπετα ή μονόπετα, βαριά ή περιπάτου, ανδρικά ή παιδικά, ρεγκλάν και κάθε είδους πανωφόρι έβρισκε τη θέση του στο κατάστημά του. Η φήμη του για τα παλτά είχε εξαπλωθεί τόσο, ώστε κατέβαιναν στον Πειραιά για να αγοράσουν παλτά από του Κανέττη.

Ωστόσο ο Κανέττης στήριξε τη διαφήμιση του εμπορικού του, σε μεγάλο βαθμό, στο ίδιο το κτήριο που την στέγαζε, καθώς δεν παρέλειπε σε κάθε ευκαιρία να αναγράφει με μεγάλα γράμματα:

"ΤΟ ΚΤΗΡΙΟΝ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΥΛΟΝ"

αντικαθιστώντας έτσι με αυτό τον έξυπνο τρόπο, την ανάγκη απομνημόνευσης εκ μέρους των πελατών, της διεύθυνσης του κτηρίου!

Όποιος έφτανε με τον ηλεκτρικό στον Πειραιά, έφτανε να ρωτήσει "Που είναι το κτήριο με τον τρούλο;" και όλοι γνώριζαν πως επρόκειτο για του Κανέττη.






Η τελική ονομασία που επικράτησε σήμερα για τη συγκεκριμένη οδό είναι απλά "Σωτήρος" παραλείποντας και το "Διός" αλλά και το "Σωτείρας Αθηνάς". 

Η οδός Σωτήρος Διός επί Ανδρέα Ανδριανόπουλου (1987 - 1989) πεζοδρομήθηκε και έγινε ένας από τους πλέον εμπορικούς δρόμους της πόλης. 


Το γνωστό κατάστημα Maya πριν τη πεζοδρόμηση της οδού Σωτήρος.

Η Σωτήρος όμως παραλίγο στην πορεία του χρόνου να αποκτήσει κατά μήκος της κι άλλον ένα ναό επιπλέον. Πρόκειται για το ναό του Αγίου Χαραλάμπους που τελικά ανεγέρθηκε στην Καστέλλα. Η ιστορία ξεκινά όταν ο Κωνσταντίνος Χρ. Οικονόμου κληροδότησε στον Δήμο Πειραιά το επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, έναντι του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, οικόπεδο όπου μέχρι τότε βρισκόταν και λειτουργούσε το θερινό θέατρο "Ολύμπια". Επρόκειτο για έκταση 825,45 τ.μ. όπου επιθυμία του δωρητή Οικονόμου ήταν ο ναός του Αγίου Χαραλάμπους να ανεγερθεί εκεί. Τελικά ο Δήμος ύστερα από συμφωνία ανταλλαγής εκτάσεων, θεμελίωσε το ναό του Αγίου Χαραλάμπους στην Πλατεία Καραγεώργη Σερβίας στην Καστέλλα, στις 7 Απριλίου 1965, ενώ μετέτρεψε το κληροδότημα του Οικονόμου σε Πλατεία.
  
Η ιστορία ξεκινά όταν ο Κωνσταντίνος Χρ. Οικονόμου κληροδότησε στον Δήμο Πειραιά το επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, έναντι του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, στο Πασαλιμάνι οικόπεδο όπου μέχρι τότε βρισκόταν και λειτουργούσε το θερινό θέατρο "Ολύμπια".


Στη Σωτήρος Διός και Λουκά Ράλλη βρισκόταν και η παλιά ταβέρνα "Ο Τζίτζης" των αδελφών Ντάλτα η οποία διέκοψε προσωρινά τη λειτουργία της στις 11 Δεκεμβρίου του 1969 με σκοπό την ανακαίνιση. 
Οι αδελφοί Ντάλτα που δεν αρκέστηκαν στην ανακαίνιση του παλαιού "Τζίτζη", έναντι αυτού άνοιξαν ένα ακόμα εστιατόριο το οποίο εγκαινίασαν στις 10 Μαΐου 1973 παρουσία πλήθους κόσμου καθώς στα εγκαίνια παρευρέθηκε και ο ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού Λοσάντα. 


Ο ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού Λοσάντα στα εγκαίνια του εστιατορίου των Αδελφών Ντάλτα (10 Μαΐου 1973)
  
Το εστιατόριο των Αδελφών Ντάλτα

Η ιστορία ενός κεντρικού δρόμου μιας μεγάλης πόλης δεν θα ήταν δυνατόν να εξαντληθεί σε μια ανάρτηση. Η οδός Σωτήρος περιλαμβάνει εκατοντάδες μικρές και μεγάλες ιστορίες που αποτελούν μικρό μέρος της συνολικής ιστορίας της πόλης. 


Ο Λαμαρτίνος στον Πειραιά του 1832


του Στέφανου Μίλεση


Στις 19 Αυγούστου του 1832 στις 8 το πρωί αποβιβάζεται στον Πειραιά ο Γάλλος ποιητής Λαμαρτίνος συνοδεία φίλων του. 

Ο ιστοριογράφος, λογοτέχνης και πολιτικός Αλφόνς Ντε Λαμαρτίν γνωστός στην Ελλάδα με το ελληνοποιημένο, κατά τις συνήθειες τις εποχής, Λαμαρτίνος αποτελεί σήμερα έναν από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους του ρομαντισμού της Γαλλίας. Με τη βοήθεια ενός από την παρέα των φίλων του, του ιατρού Ντελαρουαγιέρ βγαίνει από το βάρκα που αποβιβάζει την παρέα στην πειραϊκή γη, αφού η προσέγγιση πλοίου απευθείας στην ακτή, είναι φυσικά ακόμα αδύνατη.

Μετά από κάποιες συνεννοήσεις με τους ελάχιστους κατοίκους του πειραϊκού λιμένα, καταφέρνουν να προμηθευτούν άλογα για να ανέβουν στην Αθήνα όπου ήταν και ο προορισμός τους. Η συμφωνία με τους Έλληνες του λιμανιού για την προμήθεια αλόγων, όπως γράφει στο δικό του ημερολόγιο ο ιατρός Ντελαρουαγιέρ, στην κυριολεξία ήταν κακή, καθώς επρόκειτο για παλιάλογα τα οποία έφεραν κάτι χονδροκαμωμένες σέλες που προκαλούσαν στους αναβάτες τα γέλια καθώς τους ανάγκαζαν να ιππεύουν με αστείο τρόπο. Οι αναβατήρες των αλόγων ήταν φτιαγμένοι από σχοινιά και ο Λαμαρτίνος ήταν λυπημένος που θα κάλυπτε την απόσταση Πειραιά – Αθήνα ιππεύοντας σε τέτοιες συνθήκες.

Η πρόχειρη αυτή ιππασία λέει ο Ντελαρουαγιέρ φαίνεται ότι του χάλασε το κέφι η οποία μετέτρεψε την αδημονία να δει από κοντά την Ακρόπολη σε δυσφορία όσο περνούσε η ώρα και η συγκεκριμένη ιππασία κούραζε ολοένα και περισσότερο τους αναβάτες. Και σα να μην τους έφτανε μόνο αυτό, αλλά όσο κάλπαζαν στις ερημικές εκτάσεις μεταξύ των δύο πόλεων, ο ήλιος χάθηκε πίσω από πυκνά σύννεφα μειώνοντας λάμψη του λευκού μαρμάρου του Παρθενώνα, αυτή τη λάμψη που συνήθως προκαλούσε δέος σε όποιον την έβλεπε για πρώτη φορά από μακριά.

Δυστυχώς όμως όσο κι αν έψαχνε ο Ντελαρουαγιέρ τις αιτίες για να περιγράψει τη δυσφορία του Λαμαρτίνου αυτή δεν βρισκόταν ούτε στις αδυνατισμένα άλογα, ούτε στις κακές σέλες και στα αναβατόρια, πολύ περισσότερο δεν βρισκόταν στην απουσία ήλιου την ημέρα εκείνη. 

Η αλήθεια δυστυχώς κρυβόταν στα ίδια τα αισθήματα που έτρεφε ο Λαμαρτίνος για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Μπαίνοντας στην πόλη της Αθήνας από τον δρόμο της Ελευσίνας όπως είχε κάνει λίγα χρόνια μόλις πριν, ο συμπατριώτης του Σατωβριάνδος, ο Λαμαρτίνος βρήκε την πόλη των Αθηνών άσχημη και αδιάφορη. Τον υποδέχθηκε ο Πρόξενος της Αθήνας Γκρόπιους ο οποίος πρότεινε στον Λαμαρτίνο μια επίσκεψη στο Θησείο που ο Γάλλος ποιητής βρήκε επίσης αδιάφορο.

Η μόνη τοποθεσία που κίνησε το ενδιαφέρον του Λαμαρτίνου ήταν ο λόφος της Πνύκας κι αυτό όχι τυχαία, αλλά διότι την εποχή εκείνη ο Λαμαρτίνος είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον να εμπλακεί στην πολιτική δράση –ήταν υποψήφιος Βουλευτής- και υπό αυτό και μόνο το πρίσμα βρήκε ιδιαιτέρως ενδιαφέρον στο σημείο εκείνο από όπου οι πολιτικοί στην αρχαιότητα εκφωνούσαν τους περίφημους λόγους τους.

Η αναφορά στην ιδιότητα του Λαμαρτίνου ως πολιτικού όταν επισκέφθηκε την Ελλάδα, είναι φυσικά λανθασμένη. Ο Λαμαρτίνος εξελέγη βουλευτής το 1833. Όταν επισκέφθηκε την Ελλάδα δεν ήταν ακόμα εκλεγμένος. Κατά τη διάρκεια της πολιτικής του θητείας αγωνίστηκε με όλες του της δυνάμεις για την κατάργηση της δουλείας, την κατάργηση της θανατικής ποινής, για την ελευθερία του Τύπου, το δικαίωμα στην εργασία, τα οποία θα λέγαμε ότι πέτυχε. Ασχολήθηκε με την πολιτική ως το 1848 έτος που αποχώρησε και αφοσιώθηκε στην λογοτεχνία. 

Στις 20 Αυγούστου του 1832 στις 5 η ώρα το πρωί (την επομένη δηλαδή ημέρα της άφιξής του) για να αποφύγουν τους καυτές ακτίνες του ήλιου Λαμαρτίνος και Γκρόπιους ανέβηκαν στην Ακρόπολη. Εκεί ο Λαμαρτίνος μαγεύτηκε από αυτό που αντίκρισε. Τα αισθήματά του μετεβλήθησαν μεμιάς και μαγεμένος θα γράψει αργότερα «Είδος θείας αποκάλυψης της ιδεώδους ωραιότητας…». Έκθαμβος διατύπωσε την ερώτηση «Πότε θα βρεθεί εκ νέου παρόμοια εποχή και παρόμοιος λαός;».


Η επίσκεψη του Λαμαρτίνου στην Ελλάδα αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου ταξιδιού στην Ανατολή. Το ταξίδι αυτό θα αποτελέσει και το θέμα του πρώτου του πεζού έργου με τίτλο «Ταξίδι στην Ανατολή». Από αυτό το ταξίδι όμως εκείνο που θα τον μαγέψει περισσότερο είναι η Τουρκία. Για αυτό και το 1854 θα συγγράψει το έργο «Ιστορία της Τουρκίας». 

Ο φιλοτουρκισμός του Λαμαρτίνου παραλίγο να εξαργυρωθεί εκ μέρους την Τουρκίας όταν ο ίδιος εξέφρασε την επιθυμία να εγκατασταθεί μόνιμα στον Μαρμαρά. Τότε ο Βεζίρης ο Μουσταφά Ρεσίτ Πασάς προσπάθησε να του παραχωρήσει μια μεγάλη έκταση γης για 25 χρόνια, το μίσθωμα της οποίας θα κατέβαλε το Υπουργείο Οικονομικών της Τουρκίας. Το σχέδιο αυτό δεν επιτεύχθηκε. Ο Λαμαρτίνος από το 1851 και ύστερα υπέφερε από φτώχεια, χάνοντας τη σύζυγό του μετά από επώδυνη ασθένεια. Το 1869 πέθανε και ο ίδιος στο Παρίσι γράφοντας αδιάκοπα έργα κατόπιν παραγγελίας για να εξοικονομεί τους ελάχιστους και μοναδικούς πόρους διαβίωσης.    

Διαβάστε επίσης:

Οδοιπορικό στον Πειραιά του Σατωβριάνδου




   

Το κυνήγι των γαμπρών της φαληρικής εξέδρας

Οι πέντε αυτές δεσποινίδες αμίλητες με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο στα χείλη 
μοιράζουν σε κάθε διερχόμενο Έλληνα ομογενή πάνω στην εξέδρα του Νέου Φαλήρου από ένα φάκελο.



του Στέφανου Μίλεση

Τον Απρίλιο του 1929 εκδρομείς από την Ένωση ομογενών των Η.Π.Α. οι γνωστοί ΑΧΕΠΑΝΣ, αποβιβάζονται με λέμβους στην αποβάθρα του Νέου Φαλήρου. Στα ανοιχτά μένει αράδα το πλοίο τους να φωτίζει τα βράδια με τα λαμπιόνια του το σκοτάδι του φαληρικού όρμου και να κάνει τον περίπατο στην ακτή ακόμα πιο ειδυλλιακή.

Ανάμεσα στο πλήθος των Ελλήνων ομογενών ξεχωρίζουν με την παρουσία τους πέντε δεσποινίδες, οι οποίες αν και είναι καλά ντυμένες, ωστόσο η ενδυμασία τους ήταν απλή, χωρίς εντυπωσιακά κοσμήματα ή έντονα χρώματα. Οι ομογενείς που μόλις πατάνε το πόδι τους στην εξέδρα, αρχίζουν να τη διαβαίνουν με κατεύθυνση προς τη στεριά, υποχρεωτικά περνούν από μπροστά τους. 

Οι πέντε αυτές δεσποινίδες αμίλητες με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο στα χείλη μοιράζουν σε κάθε διερχόμενο ομογενή από ένα φάκελο. Στην εξωτερική του όψη ο φάκελος αυτός φέρει τυπωμένες δύο διασταυρούμενες σημαίες μια ελληνική και μια αμερικανική. Ακριβώς από κάτω με μεγάλα γράμματα είναι τυπωμένη στα αγγλικά η λέξη “Wellcome” δηλαδή «Καλώς ήρθατε».

Οι ομογενείς κοιτούν με περιέργεια τους φακέλους αυτούς και σχεδόν όλοι τους ανοίγουν εκείνη τη στιγμή για να δουν τι μπορεί να περιέχουν. Τότε με έκπληξη διαπιστώνουν ότι εντός του φακέλου υπάρχει μια επιστολή που γράφει τα εξής:

«Μην φύγετε χωρίς τον απαραίτητο σύντροφο του βίου σας. Προτιμήσατε τας ελληνίδας ως συζύγους, ως μητέρας. Προσφέρετε την μεγαλύτερη υπηρεσία στον εαυτό σας και στην Πατρίδα. Επισκεφθείτε το γραφείο μας: Οδός Μαυρομιχάλη αριθμό ..., έναντι θεάτρου Ολύμπια». 

Λίγο πιο κάτω σαν να ήταν υποσημείωση η επιστολή συμπληρώνει: «Το προσωπικό του γραφείου εκ σοβαρών κυρίων και δεσποινίδων». 

Στο πίσω μέρος της πληροφοριακής αυτής επιστολής είναι τυπωμένο ένα ποίημα του Πολέμη. 
«Με πόθο ο άντρας ψάχνοντας/να βρει την ευτυχία/ παλεύει ακούραστα, νικά/της φύσεως τα στοιχεία….»
Κάτω από τους στίχους υπάρχει κάτι ακόμα ως συμπλήρωμα.
«Έτσι κι εσείς! Ήλθατε γεμάτοι ζωή, ενθουσιασμό, ελπίδες και πλούτη, με ένα όμως …ψυχικό κενό!».

Ομογενείς της Αμερικής στην εξέδρα του Νέου Φαλήρου


Οι ομογενείς που παραλάμβαναν και διάβαζαν την επιστολή έμεναν πραγματικά εντυπωσιασμένοι καθώς η πρωτοτυπία της και η καλή παρουσίασή της ξεπερνούσαν σε επαγγελματισμό τις αντίστοιχες αμερικανικές αγγελίες. Και πραγματικά οι περισσότεροι ομογενείς δεν πέταγαν τις επιστολές αλλά τις έκρυβαν με επιμέλεια στην τσέπη τους, έχοντας κατά νου πριν επιστρέψουν να πραγματοποιήσουν μια επίσκεψη στο συγκεκριμένο γραφείο συνοικεσίων, το οποίο έφερε την παράξενη επωνυμία «Πανελλήνια Κοινωνική Ένωση».

Μπάνια στην φαληρική εξέδρα το 1937


Δεν γνωρίζουμε πόσοι τελικά από τους ομογενείς πριν να επιστρέψουν αποφάσισαν να καλύψουν το «ψυχικό κενό» το οποίο η επιστολή ανέφερε. Γεγονός είναι ότι έκτοτε κάθε φορά που περιηγητικά πλοία κατέφταναν στον φαληρικό όρμο, διάφορες κυρίες από γραφεία συνοικεσίων αντιγράφοντας τη κίνηση της «Πανελλήνιας Κοινωνικής Ένωσης» προσέφεραν χέρι-χέρι επιστολές με τις διευθύνσεις των γραφείων τους. 

Αυτού του είδους η υποδοχή έγινε πανελληνίως γνωστή όπως και το ενδιαφέρον των Ελλήνων ομογενών να έχουν νύμφες από την πατρίδα. Από την άλλη το εθνικό μας προϊόν που ήταν η φτώχεια και που ευδοκιμούσε μόνιμα στην Ελλάδα, εξανάγκαζε πολλές δεσποινίδες να αναζητήσουν την τύχη τους εκτός συνόρων. Και έτσι γινόταν το πάντρεμα. Με αρχή την περίφημη φαληρική εξέδρα.



Τα χρόνια όμως περνούσαν, οι επιχειρηματίες και άλλοι επιτήδειοι μυρίζοντας το χρήμα που είχε η επιχείρηση «νύμφες», χρήμα που ήταν μάλιστα αμερικανικά δολάρια, επένδυσαν σε γραφεία συνοικεσίων. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 τα γραφεία συνοικεσίων πλήθαιναν το ίδιο και οι εκπρόσωποί τους πάνω στη στενή φαληρική εξέδρα. Οι επιχειρηματίες προξενήτρες είχαν παύσει πλέον να ελέγχουν το ποιόν των Ελληνίδων «νυμφών» στηριζόμενες αποκλειστικά και μόνο στην ανάγκη των Ελλήνων ομογενών της Αμερικής να βρουν Ελληνίδα νύμφη στο μικρό διάστημα επισκέψεώς τους στη χώρα μας. Έτσι προτάθηκαν ως κατάλληλες νύμφες για πραγματικά σοβαρούς κυρίους, ακατάλληλες κυρίες με «σκοτεινό» παρελθόν και προϋπηρεσία στο μεγάλο λιμάνι ή στην καλύτερη περίπτωση προερχόμενες από αρτίστριες των πειραϊκών βαριετέ.

Πολλοί γάμοι ατύχησαν και ήδη από το 1937 και ύστερα τέτοιου είδους γραφεία και κυρίες υποδοχής δεν λαμβάνονταν υπόψη από τους αφικνούμενους ομογενείς. Πολλές απελπισμένες γυναίκες που επιδίωκαν επίσης τη μετανάστευση χάραζαν πάνω στα κάγκελα της εξέδρας διάφορα μηνύματα εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Αλλά και τα ίδια τα γραφεία ακόμα χάραζαν τις διευθύνσεις τους πάνω σε αυτά για κάθε ενδιαφερόμενο.  

Άφιξη ομογενών το 1937. Η εξέδρα στολισμένη με ελληνικές σημαίες για την υποδοχή. Στο βάθος το περιηγητικό πλοίο με το οποίο έφτασαν. Τα καΐκια εκτελούν ακατάπαυστα τη μεταφορά.


Η έκφραση «της π… το κάγκελο» που ταυτίστηκε με την εξέδρα του Νέου Φαλήρου, αποτελούσε και μόνο έκφραση κοροϊδίας, αποτροπής για κάθε γνωστικό άνδρα, ότι μέσω πίσω από κάθε σοβαρή κυρία εκπρόσωπο ενός γραφείου συνοικεσίων, υπάρχει ένα κύκλωμα προώθησης νυμφών μεταξύ των οποίων πολλές ήταν αμφιβόλου ηθικής. Δεν συνέβαινε στην κυριολεξία όπως έχει γραφτεί και ευρέως κυκλοφορήσει.



Η εξέδρα του Νέου Φαλήρου ανήκε ιδιοκτησιακά στην εταιρεία Σιδηροδρόμων Αθηνών – Πειραιώς και σε παλαιότερες εποχές χώριζε τα ανδρικά από τα γυναικεία λουτρά.  



Εξάλλου πριν από τη δεκαετία του '30 η ηθική της εποχής (από τις αρχές του αιώνα) απαγόρευε ακόμα και την προσέγγιση των ανδρών στα γυναικεία λουτρά. Για την εφαρμογή της σε όλη την διάρκεια του θέρους υπήρχαν περιπολίες από ναύτες του λιμεναρχείου κατά μήκος της εξέδρας αλλά και με βάρκες κατά μήκος των ακτών. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα τα περιηγητικά πλοία σπανίως εκτελούσαν πλόες. Η εξέδρα αποτέλεσε επίσημο σημείο εισόδου στη χώρα Βασιλέων, Πρωθυπουργών, ξένων και ντόπιων πολιτικών, ηθοποιών και άλλων διασημοτήτων. Πίσω της δέσποζε όλη η κοσμική ακτή του Φαλήρου με τα υπέρλαμπρα ξενοδοχεία και τα υπόλοιπα κέντρα. Σε μια περιοχή όπου τα οικονομικά συμφέροντα ήταν πολλά, κανείς δεν θα επέτρεπε να συμβεί στην πραγματικότητα ένα τέτοιο γεγονός.

πηγές:
Ως προς το κύριο γεγονός χρησιμοποιήθηκε η Εφημερίδα "Ακρόπολις" φ. 12ης Απριλίου 1929. Συμπληρωματικά φύλλα της ίδιας εφημερίδας που καταγράφουν τις αφίξεις των ομογενών τη δεκαετία του '30.

Διαβάστε επίσης:

Η Εξέδρα του Νέου Φαλήρου (Σκοπός κατασκευής)

   


    

Η νυχτερινή ζωή του λιμανιού του Πειραιά του 1935

Χειρωνακτική φόρτωση οχημάτων στο λιμάνι του Πειραιά τη δεκαετία του '30



Έτσι αρχίζει πάντα η ιστορία αυτή. Μαζί με το σούρουπο. Πρώτα αρχίζουν ν’  αναβοσβήνουν τα φώτα της μπούκας του λιμανιού. Πράσινο – κόκκινο. Κόκκινο – πράσινο. Ύστερα φεύγει και το τελευταίο καράβι που έχει υψωμένη στο πλωριό άλμπουρο τη γαλάζια σημαιούλα της παρτέντζας. Η δουλειά έχει σταματήσει και το λιμάνι παίρνει μια πένθιμη όψη. Οι σκιές απλώνουν από τη μια ως την άλλη άκρη τα φτερά τους και τα κρέπια της νύχτας χαμηλώνουν, χαμηλώνουν ως τις αντένες των πλοίων που μένουν δεμένα…

Φωτεινά μάτια μονάχα, μέσα σ΄ όλους τους σκοτεινούς τούτους όγκους και στα παράξενα σχήματα που δημιουργούν οι πρύμες των καραβιών, είναι τα φινιστρίνια των υπερωκεανείων της Κιούναρ ή της Μεσαζερί που σπαθίζουν τα νερά με τρέμουσες γραμμές. Είναι οι χαρμόσυνες αυτές λουρίδες φωτός σαν παράτονη πινελιά σ΄ έναν σκοτεινό πίνακα ενός κακότεχνου ζωγράφου δίχως αέρα, δίχως φως. 
 
Μπορεί πιο πέρα, πίσω από την παραλία στα ύποπτα στενά, στους άσκημα φωτισμένους δρόμους, στα χαμηλά μαγαζιά που ‘ναι και καφενεία και ταβέρνες μαζί ν’  ακούς το παράπονο κάποιας φυσαρμόνικας ή το θλιμμένο μπάλο ενός ξυπόλητου αράπη που ξεκίνησε από το Άντεν για να μείνει ξέμπαρκος στον Πειραιά χρόνια τώρα…

Δεν είναι όμως τούτο το νυχτερινό λιμάνι. Υπάρχουν πιο πέρα και καμπαρέ με Τζαζ και σαξόφωνα, υπάρχουν και μπαλαρίνες που χορεύουν και δείχνουν στους ναυτικούς τα κορμιά τους γυμνά χωρίς συστολή, ανάμεσα σε μια μποτίλια μπύρας ή ουίσκι. Δεν είναι όμως τούτο το λιμάνι το αληθινό.

Είναι ο περαστικός κόσμος, οι θερμαστές, οι κοκκινομάλληδες των γερμανικών φορτηγών, είναι οι ναύτες των εγγλέζικων πλοίων, είναι ακόμα και οι σνομπ κυρίες και κύριοι που κατεβαίνουν με συντροφιές από την Αθήνα, για να ζήσουν την ατμόσφαιρα του λιμανιού και νάχουν να λένε ύστερα…



Ακόμα είναι τα μαγαζιά τα νησιώτικα που προσφέρουν γυναίκες και κρασί στις στενές παρόδους στους καινούργιους ναυτικούς που μεθούν και σπάνε, τραγουδούν και χορεύουν από καημό και ντέρτι για τη θάλασσα. Είναι οι καινούργιοι ναύτες που ξεκινούν φορτωμένοι ελπίδες κι όνειρα και καρτερούν να μπαρκάρουν για μακρινά πόρτα. Δεν είναι αυτοί που γυρίζουν. Είναι ακόμα στην αρχή και δεν μπορούν να διακρίνουν το τέρμα.

Δεν είναι αυτό λοιπόν το λιμάνι της νύχτας. Η ζωή του η αληθινή περνάει εκεί στα υπόστεγα, κοντά στις μαούνες, δίπλα στους υψηλούς όγκους που σχηματίζουν οι σωροί των γεμάτων σακιών. Εκεί στο ημίφως, στις σκοτεινές γωνιές βρίσκεται το δράμα του τ’ αληθινό. Όχι ένα. Εκατό, διακόσια δράματα. Κάθε άνθρωπος και τραγωδία, κάθε ψυχή σπαρακτική ιστορία.

Είναι οι γυναίκες που κολλούν στο μπράτσο σας καθώς βαδίζετε αργοπορημένος για τη δουλειά σας. Είναι οι άνεργοι ναυτικοί που σας ξαφνιάζουν απλώνοντας το σκελετωμένο χέρι τους ζητώντας μια δραχμή για ψωμί. Είναι οι αλήτες που σκοντάφτουν επάνω σας καθώς περνάτε αμέριμνος και σας ζητούν με δάκρυα να συμπληρώσετε το ποσό που τους χρειάζεται για να αγοράσουν ηρωίνη. Στήνουν ενέδρες οι γυναίκες όπου μπορούν. Πίσω από ένα στύλο. Στην κόχη μιας πόρτας. Στις σκοτεινές πλευρές του Τινάνειου κήπου, στα σκαλιά της εκκλησίας. Είναι οι ίδιες πάντα. Βρωμούν απελπιστικά κι είναι άσχημα βαμμένες με πρόστυχες πούντρες. Φορούν σκισμένα σκαρπίνια και τα μαλλιά τους δεν έχουν γνωρίσει το χάδι της χτένας. Βλαστημούν και φτύνουν σα ναυτικοί και καπνίζουν αποτσίγαρα που που μαζεύουν απ΄ το δρόμο. Μασούν και μαστίχα για να ξεχνούν πως πεινάνε. Είναι οι ίδιες που πουλούν ναρκωτικά και σας δίνουν οδηγίες πού μπορείτε να βρείτε, αν πληρωθούν ένα τάληρο…

Λιμάνι Πειραιά 1926


Έχουν κάποτε και το μικρό παιδί τους μαζί. Ένα μυξιάρικο κοριτσάκι τυλιγμένο σε ράκη που κλαίει και στριγγλίζει από τον φόβο και την εξάντληση. Με αυτά τα αποφεύγουν οι γυναίκες του λιμανιού. Γιατί οι φωνές τους χαλούν τη δουλειά τους. Κι η δική τους δουλειά θέλει ησυχία και σιωπή. Γιατί αλίμονο αν τις αντιληφθεί ο σκοπός αστυφύλαξ. Θα περάσουν μια άσχημη νύχτα στο κρατητήριο και το πρωί θα δικαστούν επί αλητεία…

Οι πελάτες τους είναι λιγοστοί. Λιγοστοί μα υπάρχουν πάντα. Μεθυσμένοι ναυτεργάτες, φθισικοί αλήτες, βρώμικοι ρακοσυλλέκτες ή φύλακες των παλιών καραβιών. Μπορείτε να σκουντουφλήσετε καθώς περνάτε την παραλία, σ΄ ένα σωρό κουρελιών. Είναι κάποιος αλήτης που ξεχάστηκε στη μέση του δρόμου, όπου έπεσε από εξάντληση, μη μπορώντας πια να βαδίσει. Είναι κι αλλού δύο και τρεις μαζεμένοι σωροί, σωροί που αποτελούν ένα σκοτεινό όγκο. Μαζί αντέχουν πιο πολύ στο κρύο και στην υγρασία που φτάνει ως τα κόκαλα.

Δεν ήταν αλήτες πάντα οι άνθρωποι τούτοι. Μέσα στους σωρούς των άστεγων αυτών κουρελιών ξεχωρίζεις τη γαλάζια τριμμένη μπλούζα της βάρδιας και κάποιο παλιό μαρσεγιέζικο καπέλο. Ήταν ναυτικοί κάποτε. Λοστρόμοι της κουβέρτας, θερμαστές, καρβουνιέρηδες, μπορεί και λαδάδες. Έμειναν μια μέρα χωρίς μπάρκο. Έφαγαν τα χρήματα που τους έμεναν απ΄τη δουλειά τους, περιμένοντας το καράβι που θα τους έπαιρνε για πλήρωμα. Μα δεν ήρθε ποτέ το καράβι αυτό. Γυρνούσαν τις μέρες στους ντόκους, ανέβαιναν στις στέγες του συνδικάτου ζητιανεύοντας εργασία. Μάταια όμως. Έμειναν θλιβεροί επιβάτες άδικα περιμένοντες το πλοίο που θα τους πάρει απ΄  τη στεριά για μακρινά λιμάνια, για τη Σιγκαπούρη, για το Τάϊν, για το Σάντα Φε… 

Τώρα ονειρεύονται σαν κάτι πολύ μακρινό κι απραγματοποίητο ένα κομμάτι ξερής γαλέτας κάτω σ΄ ένα βρώμικο υπόφραγμα φορτηγού. Κι όμως δούλεψαν χρόνια τη θάλασσα και μεγάλωσαν με την αλμύρα του κύματος στα πνευμόνια. Τώρα δεν τους έμεινε τίποτε πια και το λιθόστρωτο τους χρησιμεύει για τελευταίο αποκούμπι…

Μέσα στους ανθρώπους αυτούς στρατολογούν οι έμποροι του λευκού δηλητηρίου τα θύματά τους. Μέσα από αυτούς αν έχουν τύχη διαλέκουνται καμιά φορά και οι πράκτορες της λιανικής πωλήσεως της ηρωίνης. Τούτοι είναι τα κατακάθια του λιμανιού που θα πάρουν με τη σειρά τους τον δρόμο προς τα βαγόνια του Λαρισαϊκού για να περάσουν μια μέρα στο αστυνομικό δελτίο ως θάνατοι από υπερβολική χρήση ναρκωτικών ή ως θάνατοι εξ ασιτίας. 

Το λιμάνι το 1935

Είναι κάποια στενή πάροδος προς το παλιό τελωνείο όπου βρίσκεται ο πρόδρομος –ας τον πούμε έτσι- της αθλιότητας. Πριν καταντήσουν στο λιθόστρωτο και στην ηρωίνη περνούν από κει οι περισσότεροι. Είναι ένα χαμηλό μαγαζί που παρέχει στέγη με δυο μονάχα δραχμές. Στέγη και ύπνο. Τις νύχτες του χειμώνα το δίφραγκο τούτο που θα σου εξασφαλίσει τον ύπνο κοστίζει μια ζωή ολόκληρη. Εκεί κατασταλάζουν όλοι εκείνοι που δεν έχουν σπίτι. Ο ένας πάνω στον άλλο σχεδόν. Έχουν δώσει ένα όνομα στο μαγαζί τούτο: «Του Σαντορινιού» το λένε. Κάποτε είχε διαφορετικό όνομα. Το λέγαν «Ησυχαστήριο του Ναύτη». Κι’  είχε και μια ξεθωριασμένη επιγραφή.

Τα κρεβάτια του είναι κάτι μακρόστενες θήκες από άγριο σανίδι, που μοιάζει με συρτάρι μέσα στο οποίο μπαίνεις με την κοιλιά. Από πάνω σου είναι κι άλλες σειρές συρτάρια τέτοια κι από κάτω άλλα. Η απάνω σειρά πέντε δραχμές το άτομο. Γιατί εκεί πάνω μπορείς κάπως να αναπνεύσεις αφού το στήθος σου δεν το πλακώνει άλλο κρεβάτι, αλλά το ταβάνι που είναι μισό μέτρο ψηλότερα. Σκαρφαλώνεις εκεί πάνω και κοιμάσαι μια νύχτα. Σκεπάσματα και στρώμα δεν υπάρχουν. Από το ταβάνι κρέμεται μια λάμπα του λαδιού χωμένη σε ένα φανάρι με λεκιασμένα τζάμια. Αυτό το λιγοστό φως τελειώνει στις δύο τα μεσάνυχτα. Κι αν χρειαστείς να κατέβεις είναι αδύνατο πια. Το σκοτάδι είναι πηχτό σαν κατράμι και μπορεί να σε σκοτώσουν αν περιπατήσεις και ξυπνήσεις κάποιον. Μπορεί να πατήσεις και κάποιο κεφάλι, μπορεί να πηδήξεις πάνω στο άδειο στομάχι κάποιου… Με δύο δραχμές μόνο και πέντε η απάνω σειρά…


Έχει το «ησυχαστήριο» τούτο μια φριχτή απόπνοια τάφου. Νομίζεις πως οι άνθρωποι που κοιμούνται στα στενά ξύλινα κρεβάτια του είναι αποσυντεθειμένα πτώματα. Δεν τα βλέπεις, μα νιώθεις τη μυρουδιά τους, καταλαβαίνεις την ύπαρξή τους από τη φρίκη της ασφυξία που αισθάνεσαι.

Κι οι άνθρωποι τούτοι δεν είναι τα κατακάθια ακόμη. Δεν έχουν φθάσει στο πεζοδρόμιο. Μα είναι σίγουρο πως θα καταλήξουν κάποτε εκεί. Γιατί η ιστορία τους έχει διαφορετική αρχή, μα σχεδόν πάντοτε το ίδιο τέλος. Ο κατήφορος δεν σταματάει παρά στο θάνατο… Είτε από ναρκωτικά, είτε από ασιτία… Έτσι περνάνε οι νύχτες του λιμανιού χωρίς φιλολογία και χωρίς τζαζ. Έτσι ίδια και απαράλλαχτα. Αρχίζουν μαζί με το σούρουπο και μαζί με το άναμμα των φώτων της εισόδου του πόρτου που αναβοσβήνουν: Πράσινο – κόκκινο. Κόκκινο –πράσινο.  
Ν. Ι. Μαράκης
     
(Άρθρο του Ν. Ι. Μαράκη με τίτλο "Το δράμα του Ναύτου. Το λιμάνι του Πειραιώς". Νυχτερινή ζωή, Εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα», Εσπέρα Πέμπτης, 16 Μαΐου 1935, σελίδα 5.)

Διαβάστε επίσης:

Οικογένεια Μαράκη. Από τη Σκλαβοπούλα της Κρήτης στον Πειραιά.